The strong voice of a great community
Ιανουάριος, 2009

Πίσω στο ευρετήριο

Ελεύθερα,

 

Η Εκποίηση του Αιγαίου.

                                                  Του Θωμά Στεφ. Σάρα

 

“Για δεκαετίες ολόκληρες τώρα η Άγκυρα καλλιεργεί μύθους πάνω σε δικαιώματά της στο Αιγαίο, και όλα αυτά με την σιωπηρή ανοχή εάν όχι και την ενθάρρυνση των κυβερνήσεων της Αθήνας”.

 

Ήταν στα τέλη της δεκαετίας του ’90, όταν με την ευκαιρία μιας συνάντησής μου με τον τότε υπουργό Εθνικής Άμυνας της ομοσπονδιακής κυβέρνησης του Καναδά, μου δόθηκε η ευκαιρία να αναφερθώ στις απαράδεκτες “πρακτικές στον τομέα των  διεθνών σχέσεων” της Τουρκίας με τους γείτονές της και να ζητήσω από τον συνομιλητή μου να εκφράσει τη γνώμη του. Υπουργός Εθνικής Άμυνας του Καναδά την περίοδο εκείνη ήταν ο Ντέϊβιντ Κόλλονετ, ένας έντιμος πολιτικός, ιδιαίτερα ευαίσθητος σε θέματα δικαιοσύνης,  γνωστός φιλέλληνας, βαθύς γνώστης των Ελληνικών προβλημάτων της εποχής, με πολύ κλειστές σχέσεις με την ομογενειακή παροικία και μακρόχρονη εμπειρία γύρω από τα προβλήματα που απασχολούσαν τη διεθνή κοινότητα.

Θυμάμαι ότι όταν  κάποια στιγμή εκείνης της συζήτησης ήλθε η υπόθεση της εφαρμογής της τελευταίας απόφασης περί του “δικαίου της θαλάσσης”, η οποία αναβάθμιζε την αιγιαλίτιδα ζώνη των χωρών της διεθνούς κοινότητας, στα 12 ναυτικά μίλια, ρώτησα τον συνομιλητή μου πως είναι δυνατόν ένα μέλος της διεθνούς κοινότητας, κατά παράβαση της κοινής απόφασης των μελών του ΟΗΕ, όχι μόνον να αρνείται την αποδοχή της νέας νομοθεσίας διεθνούς οργανισμού της σχετικής με το δίκαιο της θάλασσας, μα ακόμα περισσότερο να απειλεί με πόλεμο, (Cause Bellis), γειτονική του χώρα, σε περίπτωση που η τελευταία τολμήσει να προχωρήσει σε εφαρμογή του νόμου στη δική της αιγιαλίτιδα ζώνη. Και όλα αυτά κάτω από το αδιάφορο βλέμμα,  την ανοχή και αδιαφορία της διεθνούς κοινότητας, η οποία  βλέπει αντιλαμβάνεται και σιωπά.

“ Αλά όμως η πραγματικότητα είναι τελείως διαφορετική στην περίπτωση αυτή,”, δήλωσε ο συνομιλητής μου, “ δεδομένου ότι δεν είναι δυνατόν η διεθνείς κοινότητα να επιτρέψει στην Ελλάδα να μετατρέψει το Αιγαίο σε Ελληνική λίμνη, κάτι τέτοιο είναι επικίνδυνο όχι μόνο για τα Τουρκικά συμφέροντα μα ακόμα περισσότερο για την πολιτική των ανοικτών θαλασσών και της διεθνούς ναυσιπλοΐας.” Ομολογώ ότι η απάντηση του συνομιλητή μου πραγματικά με προβλημάτισε. Ζήτησα λοιπόν ορισμένες εξηγήσεις γύρω από τις δηλώσεις του, και του υπενθύμισα ότι η Ελλάδα διαθέτει έναν από τους μεγαλύτερους εμπορικούς στόλους του κόσμου και ως εκ τούτου είναι επόμενο να δημιουργείται το δίκαιο ερώτημα  πως είναι δυνατόν η χώρα αυτή να εργάζεται ενάντια στην “πολιτική των ανοικτών θαλασσών.” Ο υπουργός έμεινε για λίγο σιωπηλός και αμέσως μετά πρόσθεσε: “μα Θωμά, το στοιχείο αυτό βρίσκεται στο επίκεντρο της προπαγάνδας των Τούρκων διπλωματών όχι μόνον στο Καναδά μα και τον κόσμο ολόκληρο. Για δεκαετίες τώρα οι διπλωμάτες της Τουρκίας στην Οτάβα δεν αφήνουν να χαθεί ευκαιρία που να μην καταγγείλουν τα σχέδια της Ελλάδας για την μετατροπή του Αιγαίου σε Ελληνική λίμνη.” Ομολογώ ότι δεν μπορούσα να πιστέψω στα αυτιά μου. “Πραγματικά συμβαίνει κάτι παρόμοιο;”, τόλμησα να ρωτήσω. “Γιατί με ξέρεις να αστειεύομαι πάνω τόσο σοβαρά θέματα;”, απάντησε ο υπουργός. “ Κάθε φορά που θα συναντήσω τον πρέσβη της Τουρκίας, και αυτό συμβαίνει  μια ή δύο φορές την εβδομάδα, ο τελευταίος θα επιδιώξει πάντοτε να βρει την ευκαιρία να ανοίξει συζήτηση γύρω από αυτούς τους προβληματισμούς της Άγκυρας για τα “επικίνδυνα σχέδια της Αθήνας” που στοχεύουν στον απόλυτο έλεγχο του Αιγαίου. Αυτό βέβαια δεν συμβαίνει μόνο με εμένα μα και όλους τους συναδέλφους μου στην κυβέρνηση τόσο του Καναδά, όσο και των άλλων κρατών,” συμπλήρωσε ο υπουργός. “Και οι διπλωμάτες της Ελλάδας, τι κάνουν;” τόλμησα να ρωτήσω τον συνομιλητή μου. “Εδώ ακριβώς έγκειται το πρόβλημα” , συμπλήρωσε εκείνος, “στο ότι δεν κάνουν απολύτως τίποτα, είναι σαν να μην υπάρχουν. Αρκετές μάλιστα φορές που προσπάθησα να ανοίξω ο ίδιος σχετικό θέμα, διαπίστωσα ότι εκείνοι αλλάζουν θέμα προσπαθώντας να αποφύγουν κάθε συζήτηση γύρω από το Αιγαίο και τις αιτιάσεις της ΄Αγκυρας. Αντιλαμβάνεσαι λοιπόν ότι αυτή η περίεργη πολιτική σιωπής των Αθηνών, πόσο εύκολα εκλαμβάνεται σαν προσπάθεια απόκρυψης κάποιου στοιχείου ενοχής”. “Μιλάς σοβαρά;”, ξαναρώτησα τον συνομιλητή μου, “όσο ποτέ”, συμπλήρωσε εκείνος, για να προσθέσει ότι “δεν μπορούσε ούτε ο ίδιος να ερμηνεύσει μια παρόμοια πολιτική”. “Σου διαβεβαιώ, Θωμά, ότι η πολιτική αυτή είναι λανθασμένη και δεν θα αργήσει να έλθει η στιγμή που η Αθήνα θα αισθανθεί απομονωμένη και αδύναμη να αντιδράσει σε αυτήν την οργανωμένη επιθετική πολιτική της Άγκυρας. Η Τουρκική διπλωματία εργάζεται σκληρά και ασταμάτητα προκειμένου να δημιουργήσει εντυπώσεις,  νομική υποδομή επί των αιτιάσεών της, ενώ η Ελληνική πλευρά προσποιείται ότι δεν καταλαβαίνει. Είναι σαν να προσπαθεί, στην πραγματικότητα, να κρύψει τις προθέσεις της από την διεθνή κοινότητα.”

Όταν χωρίσαμε με τον υπουργό θεώρησα καλό να επιβεβαιώσω αυτούς τους ισχυρισμούς του Καναδού πολιτικού με την Ελληνική πλευρά. Πρώτα επισκέφθηκα τον Πρέσβη της Ελλάδας ο οποίος αφού άκουσε εκείνα που του είπα μου δήλωσε ότι ο ίδιος παίρνει πρωτοβουλίες πάνω σε παρόμοια θέματα, “μόνον ύστερα από σχετική εντολή ή και υποδείξεις της Αθήνας”. “Εάν η Αθήνα πιστεύει ότι δεν υπάρχει ανάγκη να απαντήσουμε ή να διαψεύσουμε τους ισχυρισμούς της Τουρκίας, εγώ είμαι υποχρεωμένος να ακολουθήσω τις εντολές που μου δίνουν”, μου δήλωσε. “Μα κ. Πρέσβη”, τόλμησα να πω, “ο Καναδός πολιτικός συνομιλητής μου, εκφράστηκε τόσο καθαρά λέγοντας ότι σύντομα θα έλθει η μέρα που η Αθήνα θα αισθανθεί τις άσχημες συνέπειες και την απομόνωσή της, εξ αιτίας αυτής της εσφαλμένης πολιτικής. Το ερώτημα μου είναι γιατί και εσείς από την δική της πλευρά δεν φροντίζεται να εκθέσετε τα γεγονότα όπως έχουν”.  “Το γνωρίζω”, ήταν η απάντηση, “πλην όμως είμαι διπλωμάτης, δεν είμαι εγώ εκείνος που καθορίζει την πολιτική των Αθηνών, εγώ απλά καλούμαι να την εφαρμόσω. Θέλω δε να σε διαβεβαιώσω ότι κάτι τέτοιο μοιάζει με παγίδα της Άγκυρας η οποία προσπαθεί να μας παρασύρει σε συζητήσεις αμφισβήτησης των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων. Αυτή είναι μια παλιά τακτική της Άγκυρας την οποία γνωρίζουμε ότι εφαρμόζει, πλην όμως προτιμούμε να αγνοήσουμε, παρά να εμπλακούμε σε διάλογο για ότι αφορά τα κυριαρχικά μας δικαιώματα”. Πρέσβης της Αθήνας την εποχή εκείνη ήταν ο Θεσσαλονικιός Εμμανουήλ Μεγαλοκονόμος, ένας χαρισματικός και ικανότατος διπλωμάτης. Προσπάθησα να εκφράσω τους προβληματισμούς μου πλην όμως ο συνομιλητής μου δεν φάνηκε διατεθειμένος να συνεχίσει την συζήτηση.

Φεύγοντας από την πρεσβεία πέρασα να δω τον στρατιωτικό ακόλουθο της Ελληνικής διπλωματικής αποστολής στο Καναδά. Εάν η μνήμη μου δεν με απατά, την εποχή εκείνη υπηρετούσε στη θέση αυτή ο ταξίαρχος Παντελής Μαυροδόπουλος. Με δέχθηκε με ενθουσιασμό. Τον εκτιμούσα. Του ανέφερα τους λόγους της επίσκεψής μου. “Τα είπες αυτά στον κ. Πρέσβη”, ρώτησε. “Και φυσικά” του απάντησα. “Το σημείο όμως που δεν μπορώ να καταλάβω είναι εκείνο της άρνησής του να βοηθήσει να ξεκαθαρισθεί αυτό το σοβαρό ζήτημα”. Ο συνομιλητής μου έδειξε αγανακτισμένος, πλην όμως πρόσθεσε ότι δυστυχώς ο ίδιος αδυνατούσε να βοηθήσει, λόγω του ότι το θέμα αυτό δεν βρισκόταν μέσα στα πλαίσια των δικών του υπηρεσιακών υποχρεώσεων. Ευχαρίστησα τον στρατιωτικό ακόλουθο  και εγκατέλειψα το γραφείο του, με ένα αίσθημα ξινίλας   στο λαιμό μου. Στην πραγματικότητα  τα λόγια του Καναδού υπουργού δεν άφηναν  πολλά περιθώρια εφησυχασμού. “Το θέμα αυτό είναι πολύ σοβαρό Θωμά,” μου είχε πει σε φιλική συζήτηση αμέσως μετά την συνέντευξη ο Υπουργός. “Είσαι ίσως ο μόνος που μπορεί να τους υποχρεώσει να λάβουν κάποια μέτρα ή και να αντιδράσουν, πριν είναι πολύ αργά για την Ελλάδα και τα συμφέροντά της. Γνωρίζουμε το πόσο υπολογίζουν τα κείμενά σου στην επιθεώρηση. Κάθε μέρα δε που το θέμα αυτό παραμένει αναπάντητο εργάζεται προς την κατεύθυνση δικαίωσης των Τουρκικών θέσεων. Η διεθνής κοινή γνώμη και η διεθνής διπλωματία και κοινότητα, ελάχιστα γνωρίζουν για τις πολιτικές και διπλωματικές πραγματικότητες μεταξύ των δύο χώρων καθώς επίσης και την πολιτική των Αθηνών.” Στράφηκα στα μέλη της “’Ελληνο-Καναδικής Επιτροπής”, μιας ομάδας ηγετικών στελεχών της παροικίας οργανωμένων κατά τα πρότυπα της “Φιλικής Εταιρίας”, τα οποία συνήθως αποφάσιζαν τον τρόπο αντίδρασης σε ανθελληνικές επιθέσεις πάνω σε σοβαρά μόνο θέματα. Τα μέλη της Επιτροπής αφού άκουσαν εκείνα που είχα να πω, αποφάσισαν να προχωρήσουν σε διπλή αντίδραση. Πρώτα να υποβάλουν έγγραφο υπόμνημα ανατρέποντας τους παραλογισμούς της Τουρκίας, και δεύτερον μου ζητήθηκε να στείλω παρόμοιο υπόμνημα στο γραφείο του πρωθυπουργού, όσο και του ΥπΕξ της Αθήνας, εκφράζοντας τη γνώμη των μελών της επιτροπής για την ανάγκη ανάληψης απαντητικής δράσης εναντίον της κακοήθειας της Άγκυρας.

Απάντηση σε εκείνο το έγγραφο έλαβα αργότερα από το γραφείο του ΥπΕξ της Αθήνας στο οποίο γινόταν λόγος για τον τρόπο που χαράζεται η πολιτική των Αθηνών. “Το Υπουργείο”, έγραφε ο υπουργός, “διαθέτει γύρω στους διακόσιους διπλωμάτες και πολύ περισσότερους διπλωματικούς υπαλλήλους, σπαρμένους σε κάθε γωνιά της γης. Τα άτομα αυτά παρακολουθούν τι συμβαίνει στη χώρα που υπηρετούν και μας ενημερώνουν κατάλληλα. Ανάλογα λοιπόν με τις δικές τους παρατηρήσεις και εισηγήσεις χαράζεται η εκάστοτε εξωτερική μας πολιτική. Στην προκειμένη, ωστόσο, περίπτωση οι πληροφορίες και γνώμες της υπηρεσίας διαφέρουν τελείως από τις δικές σας, και δεν βλέπουμε το λόγο καμιάς αλλαγής στη πολιτική μας”. Η επιστολή εκείνη υπογραφόταν από τον πολιτικό των Αθηνών και ΥπΕξ, τον Θεόδωρο Πάγκαλο.

Έτσι λοιπόν αφέθηκε ελεύθερος ο προπαγανδιστικός μηχανισμός της Τουρκίας να αλωνίζει στην διεθνή κοινότητα, σπέρνοντας κακοήθειες και ψεύδη, κάτω από το απαθές βλέμμα των μελών των διπλωματικών αποστολών της Αθήνας.

Η κατάσταση αυτή εμφανίζεται σήμερα ακόμα ποιό επικίνδυνη, καθώς η Άγκυρα στηριζόμενη πάνω σε εκείνα που κατάφερε να σπείρει, όλα αυτά τα χρόνια, και την παραπλάνηση της διεθνούς κοινότητας, προωθεί στα άκρα τα σχέδια της προκειμένου να επιβάλλει τις θέσεις της πάνω στο Ανατολικό Αιγαίο. Θέσεις τις οποίες, σύμφωνα με το σχετικό έγγραφο του γενικού γραμματέα του ΝΑΤΟ Λούντς, το 1975, είχε αποδεχθεί και ολόκληρη η τότε ηγεσία των Αθηνών,(Καραμανλής,Ανδρέας και Μητσοτάκης),

Και οι οποίες προέβλεπαν την παραχώρηση των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου και άλλων εδαφών της Ελληνικής επικράτειας, για να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις της Τουρκίας: “προκειμένου να εδραιωθεί η ειρήνη και σταθερότητα και η Έλληνό Τουρκική φιλία στην περιοχή”, σύμφωνα με την έκφραση του κ. Λούνς. Την συμφωνία αυτή, εξ άλλου, χρόνια αργότερα μου επιβεβαίωσε ο υπουργός εξωτερικών της κυβέρνησης Σιμίτη, Γιώργος Παπανδρέου, ο από διαδοχής του ονόματος πολιτικός των Αθηνών, ο οποίος μου δήλωσε απερίφραστα ότι “είναι καλύτερα να έχουμε λιγότερα μερικά στρέμματα γης από εκείνα που μας ανήκουν, παρά να διατηρούμε ότι μας ανήκει και να μην μπορούμε να κοιμηθούμε από τον φόβο της ξαφνικής επίθεσης κάποιου κακόγνωμου γείτονα.” Έτσι λοιπόν έφθασε σήμερα η Αθήνα να αντιμετωπίζει καθημερινά την πολεμική μηχανή της Άγκυρας να παρεμβαίνει, παραβιάζει, απαιτεί και να απειλεί με το “τσαμπουκά της” την Ελληνική επικράτεια.

Την κατάσταση αυτή χαρακτήρισε ως “απαράδεκτη και επικίνδυνη”, τον μήνα αυτόν, η γενική γραμματέας του ΚΚΕ Αλέκα Παπαρήγα η οποία δήλωσε σχετικά: “Η κατάσταση είναι πολύ επικίνδυνη και οι ελληνικές κυβερνήσεις έχουν δεχθεί εκχωρήσεις κυριαρχικών δικαιωμάτων , μέσω του ΝΑΤΟ,”και πρόσθεσε ότι η “Ελληνίδα ΥπΕξ εκλιπαρεί τον Αμερικανό πρέσβη για την επίλυση του προβλήματος, ενώ θα έπρεπε να τεθεί σε ΝΑΤΟ και ΕΕ προκειμένου να ξέρει και ο ελληνικός λαός με ποιόν έχει μα κάνει και όχι να πιστεύει ότι η Τουρκία κάνει ότι κάνει, επειδή έχει τον δικό της τσαμπουκά”. Είναι η τρίτη φορά που μέσα σε λίγα χρόνια οι πληροφορίες μου επιβεβαιώνονται απόλυτα. Μολονότι έχω αναφερθεί σε αυτές αρκετές φορές τα τελευταία τριάντα χρόνια.   Από την δική της πλευρά η Ελληνίδα ΥπΕξ, δήλωσε ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε ετοιμότητα και παρακολουθεί στενά τις δραστηριότητες των Τούρκων στο Αιγαίο. Αναφέρθηκε δε στο κλίμα  που έχει δημιουργηθεί με υπαιτιότητα της Τουρκίας και τόνισε  ότι θα πρέπει να δούμε τις εξελίξεις με “σοβαρότητα και νηφαλιότητα”. Παρ’ όλα αυτά σύμφωνα με την κ. Μπακογιάννη, η Ελλάδα έχει ως στόχο της τη βελτίωση των σχέσεών της με την Τουρκία, οι οποίες το 2008 παρουσίασαν στασιμότητα. Με δικές του δηλώσεις ο υπουργός Άμυνας της Αθήνας καταδίκασε τις υπερπτήσεις των αεροσκαφών της Τουρκικής πολεμικής αεροπορίας πάνω από το Ελληνικό Αγαθονήσι και δήλωσε ότι πρέπει να είμαστε ψύχραιμοι και προσεκτικοί, πρόσθεσε δε: “πιστεύω ότι οι Τούρκοι θα καταλάβουν ότι δεν μπορούν να κάνουν τέτοιες υπερπτήσεις”. Λόγια χωρίς κανένα νόημα για την Άγκυρα, η οποία σήμερα θερίζει τους καρπούς της δικής της πολιτικής και των σφαλμάτων της διπλωματίας της Αθήνας.

Σύμφωνα ωστόσο με προσωπικές μου πληροφορίες, η Άγκυρα κατά την διάρκεια του επικίνδυνου χρονικού διαστήματος της μεταφοράς της εξουσίας στις ΗΠΑ, προγραμματισμένα έκανε τα αδύνατα δυνατά για να παρασύρει την Αθήνα σε αναμέτρηση στο Αιγαίο με πρόθεση την κατάληψη όλων των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου τα οποία είχε δεχθεί να της παραχωρήσει το 1975 η τότε πολιτική ηγεσία της χώρας.

Είναι ίσως μια παραποιημένη έκφραση του: “η ανοχή της διασποράς ανέμων ψεύδους και κακοήθειας, οδηγεί στην περισυλλογή καταιγίδων”. Όσο για τον Ελληνικό λαό, όλοι εύχονται ότι θα συνεχίσει τον μακάριο χειμερινό του ύπνο, έχοντας απόλυτη εμπιστοσύνη στις ικανότητες της πολιτικής και διπλωματικής του ηγεσίας. Η κακούργα Άγκυρα που τόσο αδικεί την Αθήνα.