Μ εσαιωνικός σκοταδισμός

Μάρτυρες σκηνών «μεσαιωνικού πάθους» γίναμε την Κυριακή 23 Ιανουαρίου, καθώς μια ομάδα «γνήσιων πιστών της Ορθοδοξίας» προσπάθησε να ακολουθήσει τα χνάρια θρησκευτικού πάθους και μίσους των ζηλωτών του Μεσαίωνα, για να σταματήσει την πορεία ειρήνης, συμφιλίωσης και διαλόγου των χριστιανικών εκκλησιών και δογμάτων των ημερών μας.
Άνδρες και γυναίκες - μεταξύ αυτών και γνωστοί ομογενείς με «καλήν μαρτυρίαν», με εκτίμηση και σεβασμό από την παροικία για την προσήλωσή τους στη χριστιανική αρετή - κατέβηκαν στο πεζοδρόμιο διαμαρτυρόμενοι για τη συμμετοχή του αρχηγού της Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας του Καναδά, Σωτηρίου στην πορεία της ένωσης των χριστιανικών εκκλησιών.
Το μεγάλο «αμάρτημα» του ελληνορθόδοξου ηγέτη ήταν το ότι τόλμησε να συμπροσευχηθεί με τους ηγέτες των άλλων χριστιανικών εκκλησιών του καναδικού πολυφωνικού, πολυπολιτιστικού και πολυθρησκευτικού μωσαϊκού της κοσμοπολίτικης μεγαλούπολης του Καναδά.
Αξίζει να αναφερθεί ότι ένας αριθμός των διαμαρτυρομένων ενάντια στην προσπάθεια των ηγετών να επανενώσουν το χριστιανικό κόσμο είχε πραγματικά ξεπεράσει κάθε έννοια αυτοσεβασμού, ευπρέπειας και ευσέβειας, καθώς συνθήματα και φράσεις μίσους και πάθους - όπως «πουλημένοι», «ρεμάλια», αλήτες, «ανάξιοι», «καθάρματα», «σκουλήκια» - ακούγονταν στον αέρα, ενώ περνούσε ο ανώτατος ηγέτης της Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας του Καναδά.
Ήταν μια τραγική σκηνή παράλογου θρησκευτικού πάθους και μίσους, η οποία θα μπορούσε να παρομοιασθεί μόνο με τη «σταύρωση» του μεγάλου μύστη και ιδρυτή της χριστιανικής αγάπης.
Χωρίς να διαφωνούμε με το δημοκρατικό δικαίωμα κάθε πολίτη να εκφράζει ελεύθερα τη διαφωνία του με τους φορείς της εξουσίας, όταν διαισθάνεται ότι απειλούνται τα δικαιώματά του ως μονάδας ή και συνόλου, ας μας επιτραπεί να διαφωνήσουμε με τους διοργανωτές αυτού του λαϊκίστικου πανζουρλισμού, όπου η κάθε φανατισμένη γυναικούλα προσπαθούσε να παίξει το ρόλο του Μοτζαχιτζίν των θεοκρατικών ταγμάτων του Χομεϊνί. Το μόνο που διέφερε εδώ ήταν η θρησκεία. Τα αγνά κηρύγματα αγάπης, κατανόησης και βοήθειας για τον πλησίον του Θεανθρώπου κάτω από το αμόνι της προπαγάνδας και των σκοπιμοτήτων του μίσους έγιναν η βάση, πάνω στην οποία στήριξαν οι διοργανωτές τη διαμαρτυρία τους υποβαθμίζοντας και υποβιβάζοντας την ηθική παντός μη ορθοδόξου χριστιανού.
Πραγματικά είναι να απορεί ο παρατηρητής. Σε τούτη τη γη έχουμε όλοι ίσα δικαιώματα και ίσες υποχρεώσεις. Πολλά από αυτά τα κερδίσαμε με σκληρούς αγώνες και πολύ πόνο και αγωνία. Ζητήσαμε από την πλειοψηφία να μας αναγνωρίσει το δικαίωμα της ισότητας ως πολιτών και ως μελών της κοινότητας. Και τελικά το πετύχαμε. Τα παιδιά μας σήμερα απολαμβάνουν ευκαιρίες που η δική μας γενιά - των μεταναστών - δεν θα μπορούσε καν να φανταστεί πριν από σαράντα χρόνια.
Και σήμερα, που αυτό το θαυμάσιο όραμα της ισότητας, της ελευθερίας, των ευκαιριών έγινε πραγματικότητα, είναι πράγματι λυπηρό ότι μια μικρή μειοψηφία φανατικών βρέθηκε για να εκθέσει μια ολόκληρη προοδευτική κοινότητα με τη δήθεν αιτιολογία της τήρησης των «ιερών κανόνων» της Ορθοδοξίας.
Ποιων κανόνων όμως; Η βασική διδασκαλία της χριστιανικής πίστης βασίζεται πάνω στην αρχή του «αγαπάτε αλλήλους και τους εχθρούς σας σαν τους εαυτούς σας».
Πώς, λοιπόν, ξέχασαν αυτή την αρχή του κηρύγματος του Χριστού εκείνοι που μέσα στη δύναμη και το πάθος του φανατισμού τους τόλμησαν να προσβάλουν, να μειώσουν, να υποτιμήσουν και να υποβιβάσουν την αξιοπρέπεια της ηγεσίας του ιερατείου των άλλων χριστιανικών εκκλησιών, καθώς αδιάντροπα φώναζαν «προσευχόμαστε για σας αλλά όχι με σας»;
Κι όλα αυτά σε έναν κόσμο, ο οποίος καθημερινά μικραίνει και περισσότερο, όπου καταργούνται οι αποστάσεις μεταξύ των πολιτισμών, όπου οι κοινότητες και κοινωνίες των ανθρώπων προσπαθούν να πλησιάσουν, να γνωρίσουν η μια την άλλη, όπου καθημερινά πέφτουν και περισσότερα από τα διαχωριστικά τείχη, ανοίγοντας το δρόμο της επικοινωνίας και συναδέλφωσης όλων των ανθρώπων ανεξάρτητα από τις πολιτιστικές ή θρησκευτικές τους πεποιθήσεις.
Είναι άδικο και απαράδεκτο και προσβλητικό το ότι μια μικρή, ελάχιστη μειοψηφία φανατικών κάτω από την επιρροή λαοπλάνων «τιμητών» της ηθικής τάξης» πρόσβαλαν τόσο πολύ και τόσο άδικα ολόκληρη την ελληνορθόδοξη κοινότητα του Καναδά, αφήνοντας να σχηματισθεί η εσφαλμένη και άδικη εντύπωση ότι όλοι οι Ελληνορθόδοξοι είναι ποτισμένοι με μίσος και εγωισμό και διακατέχονται από αισθήματα ανωτερότητας έναντι των άλλων κοινοτήτων των συμπολιτών μας.
Και είναι λυπηρό και για το γεγονός ότι τα παιδιά πολλών από αυτούς έχουν δεθεί με τα δεσμά του γάμου με νέους και νέες της Καθολικής, της Προτεσταντικής, της Αγγλικανικής, της Ευαγγελικής Εκκλησίας και, ακόμη περισσότερο, με ινδουιστές και μωαμεθανούς.
Και στο σημείο αυτό ακριβώς βρίσκεται η διαφωνία μας. Όλοι μας είμαστε περήφανοι για τις πολιτιστικές και θρησκευτικές μας παραδόσεις, τις οποίες σεβόμαστε και τηρούμε. Εξαιτίας των φανατισμών και της κακής εκτίμησης των γεγονότων και των καιρών χάσαμε μια ολόκληρη αυτοκρατορία στο παρελθόν και το σπουδαιότερο αγαθό που λατρεύει ο πολιτισμός μας, την ελευθερία μας. Και πάψαμε να υπάρχουμε σαν ελεύθερος λαός και έθνος επί αιώνες ολόκληρους. Κι εκείνα τα σκληρά χρόνια της εθνικής μας δοκιμασίας γνωρίσαμε τόσες προκλήσεις και βάσανα, που η λαϊκή μας μούσα αρνείται να ξεχάσει ακόμη και σήμερα.
Καθώς, όμως, σήμερα η ανθρωπότητα προετοιμάζεται να μπει στην τρίτη χιλιετηρίδα του χριστιανισμού, είναι επόμενο να δείξει πιο ώριμη και φτασμένη, ώστε να μπορεί να ξεπεράσει δογματισμούς και φανατισμούς, οι οποίοι τη διέσπασαν και την αποδυνάμωσαν στο παρελθόν. Μόνον έτσι, ενωμένος, ο χριστιανικός κόσμος θα μπορέσει να επιζήσει και να αναπτυχθεί, ξεπερνώντας τα τεράστια προβλήματα και τις δυσκολίες που του επιφυλάσσει η ανάπτυξη της τεχνολογίας και επιστήμης στη νέα χιλιετία.
Όσο για εκείνους και εκείνες από μας που επιμένουν να ζουν στους φανταστικούς κόσμους του μίσους και των παθών του Μεσαίωνα, δικαίωμά τους. Δεν έχουν, ωστόσο, κανένα δικαίωμα και ούτε τους επιτρέπουμε εμείς, οι πολλοί, να προσβάλλουν με την απαράδεκτη για πολιτισμένους λαούς συμπεριφορά τους ολόκληρη την ελληνορθόδοξη ομογένεια ουρλιάζοντας και βρίζοντας εναντίον της ηγεσίας των χριστιανικών εκκλησιών.
Όποιος δεν μας θεωρεί ισάξιους της δικής του ηθικής, είναι ελεύθερος να παραμείνει μακριά μας. Χωρίς, ωστόσο, με αυτό να του αναγνωρίζουμε και κανένα δικαίωμα να προσβάλλει, εκθέτει, υποτιμά όλους μας ως πολιτιστικής και θρησκευτικής οικογένειας. Και, σε τελευταία ανάλυση, θα πρέπει να γνωρίζουν ότι την αρετή της αλήθειας δεν έχει το δικαίωμα ή το προνόμιο να την μονοπωλεί κανένας απολύτως, πολύ περισσότερο ούτε οι γέροντες «Χομεϊνί», που τους ποτίζουν την ψυχή και το φρόνημά τους με κακίες και μίση ενάντια σε όλους και όλα στο όνομα και μόνο της «χριστιανικής αρετής».

Πατρίδες