Φυλάκιση για παράβαση της εργατικής νομοθεσίας
Τησ Μαριας Σαρα-Βουτσινα
Ένας εργοδότης του Λόντον, Οντάριο, καταδικάσθηκε
στις 25 Ιανουαρίου σε φυλάκιση τεσσάρων μηνών
για 14 παραβάσεις της νομοθεσίας στο χώρο
της εργασίας.
Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, πρώην υπάλληλοι
και εργάτες της εταιρίας δεν είχαν πληρωθεί
τα ημερομίσθιά τους ούτε το ποσό της δικαιούμενης
αδείας τους.
Ο Allan Levine, 56 ετών, χρωστούσε συνολικά
το ποσό των 13.149 δολαρίων σε οκτώ εργάτες,
οι οποίοι εργάσθηκαν γι' αυτόν την περίοδο
1996 και 1998 σε μια επιχείρηση η οποία διαθέτει
και προσφέρει ήδη απολύμανσης αποχωρητηρίων.
Οι εργάτες προσέφυγαν ατομικά ο καθένας στο
υπουργείο Εργασίας για τα οφειλόμενα ποσά
της αμοιβής τους. Το υπουργείο εξέδωσε εντολές
για την καταβολή συνολικού ποσού 13.149 δολ.,
που όφειλε στους εργάτες του, πλην όμως ο
εργοδότης δεν συμμορφώθηκε ούτε κατέθεσε
ενστάσεις κατά των εντολών.
Τελικά, ο επιχειρηματίας παραδέχθηκε την
ενοχή του για 14 περιπτώσεις παράβασης νόμου
με αποτέλεσμα ο ειρηνοδίκης Ομποκάτα Λένι
να καταδικάσει σε φυλάκιση τον εργοδότη,
ο οποίος ζει στην Κενόρα του βόρειου Οντάριο.
|
Μήνυμα του δημάρχου της Ρόδου
Αγαπητοί φίλοι,
Καθώς ετοιμαζόμαστε για τη νέα χιλιετία,
απευθύνομαι σε σας και σε όλες τις ελληνικές
οργανώσεις της διασποράς για τη βοήθειά σας
σε μια αξιόλογη προσπάθεια που θα αφήσει
κληρονομιά στις επόμενες γενιές.
Όπως ίσως γνωρίζετε, στη Ρόδο υπάρχει ανάγκη
φύτευσης δέντρων και αντικατάστασης αυτών
που πεθαίνουν, καλλωπισμού αναπτυσσόμενων
περιοχών και βελτίωση του περιβάλλοντος.
Ζητάμε τη συμμετοχή σας στην περιβαλλοντική
βελτίωση της Ρόδου ενόψει νέας χιλιετίας,
για να αποδείξουμε έτσι τη συλλογική μας
αποφασιστικότητα για τη διατήρηση της ομορφιάς
της Ελλάδας!
Με μια συνεισφορά της τάξεως των $100 θα
γραφτεί το όνομά σας πάνω σε μια μόνιμη πλακέτα
στην πόλη της Ρόδου σε αναγνώριση της συνεισφοράς
όλων όσων θα συμβάλουν στο έργο.
Επιπρόσθετα, καθένας που θα προσφέρει το
ποσό των $50 και άνω, θα παραλάβει ένα πιστοποιητικό
με την επίσημη σφραγίδα της Ρόδου, κατάλληλο
για κορνίζα.
Το έντυπο, που σας στέλνουμε μαζί με την
επιστολή, θα πρέπει να συμπληρωθεί και να
σταλεί μαζί με την επιταγή σας στη διεύθυνση
που αναφέρετε παρακάτω. Μην παραλείψετε να
συμπληρώσετε πώς επιθυμείτε να εμφανιστεί
το όνομά σας στην πλάκα ή στο πιστοποιητικό.
Ξεχωριστές αιτήσεις θα πρέπει να σταλούν
από εκείνους που επιθυμούν ατομικές συνεισφορές.
Με μια επίσκεψη στο νησί μας το έτος 2000
θα είστε σε θέση να δείτε και οι ίδιοι τα
δικά σας πλέον δέντρα και να απολαύσετε την
ομορφιά και τη φιλοξενία της Ρόδου.
Εκ των προτέρων σας ευχαριστώ για την υποστήριξή
σας, και μεταφέρω σε εσάς καθώς και σε όλα
τα μέλη της οργάνωσής σας τις προσωπικές
μου ευχές μαζί με τις ευχές όλων των Ροδίων
για μια νέα χιλιετία γεμάτη υγεία και ευημερία!
Με εκτίμηση,
ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Ομογενειακά χωριά στις Σέρρες
Τη δημιουργία δύο ομογενειακών χωριών στο
νομό Σερρών, στα οποία θα φιλοξενούνται ή
θα εγκαθίστανται Έλληνες του εξωτερικού αλλά
και ξένοι, προωθεί ο βουλευτής Σερρών και
μέλος της διακομματικής επιτροπής της βουλής
για τον απόδημο Ελληνισμό, Ευγένιος Χαϊτίδης.
Στο πλαίσιο αυτό ο κ. Χαϊτίδης είχε συναντήσεις
με το νομάρχη Σερρών, Αν. Καρυπίδη, και τον
πρόεδρο της ΤΕΔΚ Σερρών, Ζ. Μητλάγκα, τους
οποίους και ενημέρωσε για τη δυνατότητα ίδρυσης
των ομογενειακών χωριών.
Περαιτέρω ο κ. Χαϊτίδης υπογράμμισε ότι η
διακομματική επιτροπή της βουλής σε συνεργασία
με τη Γενική Γραμματεία Απόδημου Ελληνισμού
και τη ΔΕΠΟΣ ενισχύει την ίδρυση πρότυπων
χωριών σε κάθε νομό με στόχο τη φιλοξενία
απόδημων Ελλήνων, κυρίως νέων, καθώς και
τη διαμόρφωση περιοχών με κατάλληλη υποδομή,
ώστε οι απόδημοι Έλληνες να έχουν τη δυνατότητα
να χτίσουν ένα δικό τους σπίτι, κυρίως για
τους θερινούς μήνες.
Στους οικισμούς αυτούς θα παρέχεται κάθε
δυνατή διευκόλυνση για την ανέγερση των κατοικιών
και την οργάνωση μορφωτικών, πολιτιστικών,
αθλητικών και άλλων εκδηλώσεων, ενώ ταυτόχρονα
θα υπάρχει και η δυνατότητα φιλοξενίας ατόμων
μη ελληνικής καταγωγής. |
ΕΛΕΥΘΕΡΑ
Του Θωμα Στεφ. Σαρα
Κατά γενικό κανόνα η εξωτερική πολιτική της
κάθε χώρας καθορίζεται και χαράσσεται ανάλογα
με τις ανάγκες και σε συνάρτηση με τις ιδιαιτερότητες
των προβλημάτων στις σχέσεις της έναντι των
υπολοίπων της διεθνούς κοινότητας. Ο γίγαντας
της νεότερης πολιτικής ιστορίας της Ελλάδς,
Ελευθέριος Βενιζέλος, π.χ., οραματιζόταν
μια Ελλάδα «σεβαστή από τους φίλους της και
υπολογίσιμη από τους εχθρούς της».
Βέβαια, τα χρόνια του Βενιζέλου τα χαρακτήριζε
ο άκρατος εθνικισμός της εποχής, οι δε Έλληνες
πάσχιζαν να ξεπεράσουν τα στενά σύνορα που
είχαν χαράξει για το νέο κράτος οι μεγάλοι
της εποχής. Έκτοτε μεσολάβησαν αγώνες, θυσίες
μαζί με κάποιες προδοσίες, για να διαμορφώσει
το ελεύθερο εθνικό κέντρο του ελληνισμού
τη σημερινή του μορφή.
Σχετικά με την έκταση, τη σημασία και τη
σπουδαιότητα των γεγονότων εκείνης της ταραγμένης
εποχής έχουν γραφεί ολόκληροι τόμοι βιβλίων
από έναν ατέλειωτο αριθμό ερευνητών. Από
τις πιο αξιόλογες, ωστόσο, εμφανίζεται η
εργασία του καθηγητή Πολυχρόνη Ενεπεκίδη
«Η δόξα και ο διχασμός», μέσα από τις σελίδες
της οποίας διαφαίνεται ολόκληρο το μεγαλείο
και η κατάντια (στις μέρες μας την ονομάζουμε
διαφθορά) των πρωταγωνιστών μιας τόσο σπουδαίας
και τόσο ταραγμένης περιόδου της ιστορίας
του νεότερου κράτους των Ελλήνων.
Σήμερα η εποχή εκείνη των «μεγάλων αγώνων»
και των ηρωικών επιτεύξεων έχει περάσει οριστικά
και έχει ξεχαστεί μέσα στην καταχνιά της
ιστορίας. Η διεθνής τάξη έχει κι αυτή αλλάξει
μορφή και στόχους. Τα κέντρα των αποφάσεων,
που καθορίζουν τις τύχες του κόσμου, έχουν
μεταφερθεί από τη «γηραιά» ήπειρο, την Ευρώπη,
στην Ουάσιγκτον, η οποία σήμερα εξουσιάζει,
αποφασίζει και εντέλλεται για τις τύχες των
λαών. Και η Ουάσιγκτον, βέβαια, την ώρα αυτή
διαθέτει τον πιο δυνατό πολεμικό μηχανισμό
που έχει γνωρίσει ποτέ η ανθρωπότητα. Αποτελεί
δε κοινό μυστικό ότι η διοίκηση των ΗΠΑ τα
τελευταία πενήντα χρόνια ακολούθησε κατά
γράμμα την προκαθορισμένη πολιτική της Μεγάλης
Βρετανίας, της οποίας τη θέση στη διοίκηση
της Δύσης ήρθε να καλύψει η ηγεμονία της
Ουάσιγκτον.
Με τη λήξη του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου
και τις πολιτικές εξελίξεις της ένοπλης εξέγερσης
στην Ελλάδα, η Τουρκία χωρίς αμφιβολία είχε
το πλεονέκτημα της ελεύθερης πρόσβασης στην
Ουάσιγκον με αποτέλεσμα την ανάπτυξη καλών
σχέσεων και συνεργασίας.
Και ενώ η Ελάδα αντιμετώπιζε τα ερείπια και
το θάνατο που έφερε μαζί του ο εμφύλιος,
και ο ελληνικός λαός γνώριζε μια πρωτοφανή
περίοδο πολιτικής καταπίεσης, η οποία δικαιολογημένα
έκανε τον Έλληνα δύσπιστο έναντι της Ουάσιγκτον,
οι μάζες του τουρκικού λαού κάτω από τον
έλεγχο των στρατοκρατών της Άγκυρας είχαν
αναγάγει τον ανθελληνισμό σε κύρια εθνική
τους πολιτική.
Το γεγονός, εξάλλου, της δημιουργίας μιας
νέας μεταπολεμικής τάξης και το μοίρασμα
της δύναμης σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα μοιραία
έφεραν την Τουρκία και την ανέδειξαν σε βασική
δύναμη για την προάσπιση των «συμφερόντων
της Δύσης».
Οι πολιτικές διαμάχες στην Ελλάδα, ο αγώνας
για την επικράτηση της δημοκρατίας και η
άκρατη δημοκοπία των εκπροσώπων του πολιτικού
κατεστημένου της χώρας έγιναν αιτία δημιουργίας
ενός αισθήματος άκρατου αντιαμερικανισμού
στις μάζες των ψηφοφόρων, το οποίο υπαγόρευσε
μια πολιτική καθαρά αντιαμερικανική. Έτσι
οι κυβερνήσεις της Ελλάδας έχασαν πολύτιμο
χρόνο και αρκετές ευκαιρίες να κερδίσουν
τη θέση που τους έπρεπε στην εκτίμηση των
πολιτικών και διπλωματών των ΗΠΑ.
Το ίδιο, όμως, διάστημα, είναι βέβαιο, ότι
και το αντίπαλο στρατόπεδο εργάσθηκε μεθοδικά
για τη δημιουργία συνθηκών, οι οποίες κάποια
μέρα θα συντελούσαν στο κομμάτιασμα και τον
εδαφικό περιορισμό των συνόρων του ελληνικού
κράτους. Το ατύχημα είναι οπωσδήποτε ότι
την εποχή εκείνη οι πολιτικοί και διπλωμάτες
της χώρας αποδείχθηκαν άτομα περιορισμένων
δυνατοτήτων, χωρίς οραματισμούς και, το σπουδαιότερο,
χωρίς οξυδέρκεια. Έτσι και ενώ οι προσπάθειες
των άλλων θεμελίωναν στην Αμερική και τον
Καναδά τη βάση ενός προπαγανδιστικού μηχανισμού
φανερά ενάντια στα ελληνικά συμφέροντα, οι
γραφειοκράτες και τεχνοκράτες της Αθήνας
συνέχιζαν να στηρίζουν την πολιτική τους
πάνω στην κοντόθωρη φιλοσοφία της άρνησης,
ισχυριζόμενοι ότι για την Αθήνα δεν υπήρχε
κανένα απολύτως θέμα. Έφτανε, μάλιστα, αυτή
τους η αναπηρία σε τέτοιο βαθμό, ώστε να
θεωρούν επικίνδυνους και να προσπαθούν να
καταστρέψουν καθένα που τολμούσε να διαφωνήσει
μαζί τους.
Έτσι τουλάχιστον δικαιολογείται το γεγονός
του παροπλισμού και της απομάκρυνσης από
το υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδας ενός
αριθμού φωτισμένων διπλωματών, οι οποίοι
προσπάθησαν να «κρούσουν το σήμα κινδύνου».
Στη θέση εκείνων η Αθήνα κατά κανόνα έστελνε
ορισμένες μετριότητες, πάνω στις οποίες ασκούσε
απόλυτο έλεγχο, και με τη βοήθεια των εκθέσεων
των οποίων εξαπατούσε το πολιτικό κατεστημένο
και αποκοίμιζε τον ελληνικό λαό. Το αποτέλεσμα
ήταν να επιβληθεί μια έμμεση καταπίεση και
μια υποχρεωτική αποχώρηση από τα κοινά της
ομογένειας ατόμων ικανών και αποφασισμένων
να αντιδράσουν.
Στο Τορόντο, π.χ., υπηρέτησαν την εποχή εκείνη
κάποιοι «διπλωμάτες» με υπηρεσία ασυνήθιστης
διάρκειας ετών, οι οποίοι μοναδικό στόχο
τους είχαν να εφαρμόσουν μια «σταλινική»
καταπίεση πάνω σ' εκείνους που πάλευαν αυτή
τη νοοτροπία.
Έτσι, με την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης
η Αθήνα βρέθηκε μπροστά σε μια νέα πραγματικότητα.
Η εξαφάνιση της μιας των υπερδυνάμεων κατέστρεψε
το πολιτικό ισόβαρο του αιώνα και δημιούργησε
μια νέα πολιτική πραγματικότητα. Ήδη από
τις αρχές της δεκαετίας του '70 άρχισαν να
διαμορφώνονται ορισμένοι διεθνείς οργανισμοί,
οργανώσεις, σώματα και συμβούλια, τα οποία
εργάζονταν για τη δημιουργία μιας νέας τάξης.
Δυστυχώς, γι' άλλη μια φορά, η αδυναμία ορισμένων
ηγετών της Αθήνας να αντιληφθούν αυτές τις
κοσμοϊστορικές αλλαγές άφησε και πάλι τη
διοίκηση απομονωμένη και ανήμπορη να αντιδράση.
Ήταν μια περίοδος από τις πλέον δυναμικές
στην πορεία των εξελίξεων της κοινωνίας του
ανθρώπου. Σύντομα η Δύση θα αντιληφθεί έναν
άλλο κίνδυνο στη γένεσή του, εκείνον των
φανατικών μουσουλμάνων και τον αγώνα τους
να επιβάλουν τον επικίνδυνο θεοκρατισμό πάνω
στη δική τους κοινότητα αρχικά και αμέσως
μετά παγκόσμια. Ήταν μια νέα εξέλιξη, η οποία
πραγματικά απασχόλησε τη νέα τάξη, ξέφυγε
όμως και πάλι από την προσοχή της Αθήνας.
Ας μου επιτραπεί στο σημείο αυτό να αναφερθώ
σε συγκεκριμένες προσωπικές μου εμπειρίες.
Από το 1974 έως το 1998 είχα γίνει ο στόχος
των διπλωματών της Αθήνας εξαιτίας της αναφοράς
της αρθρογραφίας μου στην πιθανότητα δημιουργίας
σλαβομακεδονικής πολιτείας. Αποτέλεσμα εκείνων
των σκέψεών μου ήταν να καταντήσω το «μαύρο
πρόβατο» της Αθήνας, άπαξ και δεν μπορούσαν
ούτε και να φαντασθούν κάτι παρόμοιο με τον
ισχυρισμό μου.
Θυμάμαι προ ετών δέχθηκα ένα τηλεφώνημα από
συμπάροικο του Τορόντο, ο οποίος διετέλεσε
πρόεδρος του συλλόγου των συντοπιτών του
για χρόνια, ο οποίος μου αποκάλυψε ότι ο
γενικός πρόξενος της Ελλάδας στο Τορόντο
τους είχε καλέσει στο γραφείο του και τους
έδωσε οδηγίες πάση θυσία να κρατηθώ μακριά
από θέση διοικητική της παροικίας! Άλλος
μου ορκίζεται ότι τους δόθηκε η «συμβουλή»
να ζητήσουν από την κυβέρνηση να απολυθώ
από την εργασία μου.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες εκείνες, ο διπλωμάτης
αυτός ήταν ο σημερινός πρέσβης της Ελλάδας
στην Οτάβα! Δίκαια, λοιπόν, διερωτάται ο
παρατηρητής για το εάν και κατά πόσον έχει
αλλάξει έστω και λίγο εκείνη η ολέθρια και
νοσηρή νοοτροπία των διπλωματών της Αθήνας.
Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης και των επαναστατικών
αλλαγών, που έχει γνωρίσει ποτέ η διεθνής
κοινότητα, η κυβέρνηση των Αθηνών (δεξιά
ή αριστερή) συνεχίζει να ζει σε έναν κόσμο
δικό της, φανταστικό, θα έλεγα εξωγήινο,
πάνω στον οποίο προσπαθεί να στηρίξει τις
αδυναμίες, την ανικανότητα, τη διαφθορά,
που συνεχίζει να της κατασπαράζει τη δύναμη
και την πρόοδό της. Και όπως επί πενήντα
περίπου χρόνια εργάσθηκε ανεμπόδιστα ο προπαγανδιστικός
μηχανισμός των Σλάβων και κατόρθωσε να κάνει
συνείδηση και να επιβάλει στις κυβερνήσεις
και τη διεθνή κοινότητα το μύθο του «μακεδονικού»
έθνους, έτσι ακριβώς εργάσθηκε και εργάζεται
η Τουρκία για να πείσει - και το κατόρθωσε
- ότι αντιτίθεται στα συμφέροντα της διεθνούς
κοινότητας να παραμείνει ολόκληρο το Αιγαίο
ελληνικό.
«Πρέπει να αντιληφθείς, Τομ, ότι είναι αδύνατο
για τη διεθνή κοινότητα να επιτρέψει τη μετατροπή
του Αιγαίου σε ελληνική λίμνη. Κάτι τέτοιο
θα δημιουργούσε σοβαρά προβλήματα για τη
διεθνή ναυσιπλοϊα. Να γιατί δεν μπορούσε
να συμφωνήσουμε με τις θέσεις και αιτιάσεις
της Αθήνας», μου δήλωσε εδώ και χρόνια υπεύθυνος
Αμερικανός αξιωματούχος στην Ουάσιγκτον.
Με αφορμή εκείνη τη συνομιλία προ δύο ετών
είχα μια παρόμοια με υπεύθυνο αξιωματούχο
της ομοσπονδιακής κυβέρνησης του Καναδά.
Σας διαβεβαιώ ότι οι σκέψεις του συνομιλητή
μου ήταν ακριβώς οι ίδιες με εκείνες της
Ουάσιγκτον, σε τέτοιο σημείο μάλιστα, ώστε
κάποια στιγμή να παραβώ και τον κώδικα δημοσιογραφικής
αβρότητας και να ρωτήσω αγανακτισμένος: «Μπορείς
να μου πεις, σε παρακαλώ, τί δεν πάει καλά
με μας τους Έλληνες και μας κοροϊδεύετε μ'
αυτόν τον τρόπο»; Ο συνομιλητής μου, ομολογώ,
ότι άκουσε τί ήθελα να πω, χαμογέλασε και
δήλωσε: «Εάν ρωτάς σαν Καναδός, σε διαβεβαιώ
ότι δεν συμβαίνει τίποτα για τον Καναδά.
Εάν πράγματι κάτι δεν πάει καλά, σε συμβουλεύω
να κάνεις την ερώτηση αυτή στην Αθήνα. Οι
πολιτικοί της Αθήνας είναι εκείνοι που μας
στέλνουν εδώ ορισμένους άσχετους για διπλωμάτες.
Και, φυσικά, οι άνθρωποι αφήνουν να περάσουν
λαθεμένα μηνύματα… Να, λοιπόν, ποιο είναι
το πρόβλημα…».
Φεύγοντας από το γραφείο του συνομιλητή μου
συνάντησα στο διάδρομο του κοινοβουλίου ομογενή
πολιτικό, στον οποίο εκμυστηρεύθηκα την αγανάκτησή
μου. «Έχει δίκιο, Τομ», μου δήλωσε εκείνος.
«Υπάρχει σοβαρό πρόβλημα με τη διπλωματική
εκπροσώπηση της Αθήνας. Τους το είπα κατ'
επανάληψη, πλην όμως κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν».
Αναφέρθηκα πάνω σε αυτές τις δύο εμπειρίες
εξαιτίας των συνεχών υποχωρήσεων, των διαρκών
ανακολουθιών και της εφαρμογής μιας ανεύθυνης,
τυχοδιωκτικής εξωτερικής πολιτικής από τη
σημερινή κυβέρνηση.
Τις τελευταίες ημέρες του Γενάρη ε.έ. βρέθηκε
στο Τορόντο ο καθηγητής της χειρουργικής
και βουλευτής του ελληνικού κοινοβουλίου,
Παναγιώτης Σκανδαλάκης. Όταν σε κάποια στιγμή
ζήτησα από τον επισκέπτη τη γνώμη του για
την εξωτερική πολιτική του Γιώργου Παπανδρέου
προς την Τουρκία, εκείνος δήλωσε ότι είναι
μέλος της διακομματικής επιτροπής εξωτερικής
πολιτικής και άμυνας, της εθνικής αντιπροσωπείας
των Ελλήνων.
«Ουδέποτε», δήλωσε, «εμφανίσθηκε μπροστά
στην επιτροπή μας για να μας ενημερώσει.
Αμφιβάλλω και εάν φρόντισε ποτέ να ενημερώσει
την κυβέρνηση ή και το κόμμα του, άπαξ και
μέλη του ΠΑΣΟΚ, όπως ο κ. Πάγκαλος, διαφωνούσαν
μαζί του ανοικτά. Άλλα λέει ο κ. Παπανδρέου,
άλλα υπόσχεται και άλλα κάνει. Είναι σαν
να παίρνει εντολές από κάπου για το τί θα
κάνει και τί πρέπει να πει…».
Και αυτές οι σκέψεις, βέβαια, δεν είναι δικές
μου. Είναι ενός αξιόλογου και σεβαστού επιστήμονα
και πολιτικού, πλην όμως είναι ενδεικτικές
της σημερινής πολιτικής πραγματικότητας στην
Αθήνα, τις σκέψεις, την πολιτική και τις
θέσεις της οποίας χαράσσουν το ΝΑΤΟ, η Ουάσιγκτον
και λίγο η Ευρώπη.
Η «πολιτική των στρεμμάτων»
Ήδη από τις αρχές του 1990 έχω αναφερθεί
κατ' επανάληψη στους σχεδιασμούς του ΝΑΤΟ
και της Ουάσιγκτον για την ουσιαστική διαίρεση
του Αιγαίου σε δύο ζώνες διοικητικές, από
τις οποίες η μεν ανατολική θα ανήκει στη
σφαίρα επιρροής της Τουρκίας, η δε δυτική
στην Ελλάδα. Οι δύο ζώνες θα διαχωρίζονται
από την οδό της διεθνούς ναυσιπλοϊας, η οποία
θα θεωρείται οδός διεθνών υδάτων και θα ελέγχεται
από το ΝΑΤΟ.
Το σχέδιο αυτό είναι γνωστό σε έναν αριθμό
Ελλήνων πολιτικών, οι οποίοι όμως προτιμούν
να προσποιηθούν ότι δεν καταλαβαίνουν παρά
να μοιραστούν τη μοίρα του Σαμαρά, του Παπαθεμελή,
του Πάγκαλου και όλων εκείνων που τόλμησαν
να εναντιωθούν στη θέληση της Νέας Τάξης.
Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι το Κυπριακό
θα είχε λυθεί οριστικά και τελεσίδικα, εάν
η κυβέρνηση Κληρίδη δεν άκουγε τον Πάγκαλο
και υπαναχωρούσε στο θέμα των S-300. Την
εποχή εκείνη ο Θεόδωρος Πάγκαλος είχε την
εκτίμηση της Ουάσιγκτον όχι όμως και την
εμπιστοσύνη της. Για όσο διάστημα ο Θεόδωρος
Πάγκαλος ήταν απαραίτητος στα σχέδια της
Νέας Τάξης, οι πάντες φρόντιζαν να τον κολακεύουν.
Ιδιαίτερα «συνεργάσιμη» θεωρήθηκε η στάση
του τη βραδιά των γεγονότων των Ιμίων. Όταν,
όμως, αργότερα ο ηγέτης της διπλωματίας της
Ελλάδας άρχισε να διαφωνεί με τις υποδείξεις
των «συμμάχων» του, ήταν βέβαιο ότι δεν επρόκειτο
να παραμείνει για αρκετό διάστημα στη θέση
του. Τα γεγονότα του Οτσαλάν δεν ήταν τίποτα
περισσότερο από μια δικαιολογία για την απομάκρυνσή
του.
Την ευθύνη με τον Πάγκαλο είχαν τόσο ο Σημίτης
όσο και ο Γιώργος Παπανδρέου, τα σχέδια όμως
προέβλεπαν μόνο στην αντικατάσταση του Πάγκαλου
από το Γιώργο.
Ο Γιώργος Παπανδρέου γνωρίζω ότι ανήκει στα
ηγετικά στελέχη της ομάδας των διεθνιστών,
που πιστεύουν στην παγκόσμια κοινότητα υπό
την ηγεμονία των ΗΠΑ. Είναι γνωστή η εκτίμηση
της κ. Όμπράϊτ για το πρόσωπο του νεαρού
Έλληνα πολιτικού αμερικανικής καταγωγής.
Αυτή η εκτίμηση γίνεται πιο έντονη από την
απόλυτη εμπιστοσύνη που δείχνουν να έχουν
στον υπουργό Εξωτερικών της Ελλάδας το Στέιτ
Ντιπάρτμεντ και το Πεντάγωνο. Το γεγονός
αυτό αποτελεί μια πραγματικά θετική κατάσταση
για την Αθήνα. Το κακό είναι ότι, σύμφωνα
με τους ισχυρισμούς πηγών μου, ο Γιώργος
Παπανδρέου απλώς είναι ο «νεροκουβαλητής»
των εντολών ή της θέλησης ή των οδηγιών που
του δίδονται.
Λέγεται ότι η ιδέα της σύμπραξης και συνεργασίας
με την κυβέρνηση της Τουρκίας για την αποφυγή
σφαλμάτων στο δρόμο προς την Ευρωπαϊκή Ένωση
(ΕΕ) ήταν του Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Ο κ. Παπανδρέου
απλώς δήλωσε ότι προτίθεται να βοηθήσει εθελοντικά.
Παρ' όλ' αυτά και παρά τις μεγάλες προσπάθειες
της ελληνικής κυβέρνησης να δείξει καλή θέληση
και κατανόηση έναντι της Άγκυρας, η τελευταία
δεν αφήνει ευκαιρία που να μη γελοιοποιήσει
και ταπεινώσει την Αθήνα.
Και ενώ, π.χ., στο Ελσίνκι η κυβέρνηση της
Αθήνας κατήργησε την προϋπόθεση επίλυσης
του Κυπριακού για την αποδοχή της υποψηφιότητας
της Τουρκίας στην ΕΕ, τρεις μέρες αργότερα,
υποδεχόμενος τον Τουρκοκύπριο ηγέτη Ραούφ
Ντενκτάς ο Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ, πρόεδρος της
Τουρκίας, του έλεγε χαρακτηριστικά: «Από
τώρα και στο εξής να είσαι βέβαιος ότι θα
προσπαθούν να βρουν καινούργιες ευκαιρίες
για να επιδείξουν τις καλές τους προθέσεις…».
Όλ' αυτά βέβαια και σε συνδυασμό με την έλλειψη
πολιτικής φιλοσοφίας στη χάραξη της εξωτερικής
πολιτικής της Αθήνας δημιουργούν το πρωτοφανές
πολιτικό κατασκεύασμα της εφαρμογής της πολιτικής
των «λιγότερων στρεμμάτων».
Όταν πρόσφατα στο Τορόντο συνάντησα τον Έλληνα
υπουργό Εξωτερικών και τον ρώτησα σε τί αποβλέπει
η πολιτική του, εκείνος μου απάντησε «στην
ειρήνη». «Καλύτερα να έχουμε μερικά στρέμματα
γης λιγότερα», μου είπε, «και να είμαστε
ήσυχοι και χωρίς το φόβο του πολέμου από
τους γείτονές μας, παρά να ζούμε με την αγωνία
αυτή καθημερινά».
Συμφωνώ με τον Έλληνα υπουργό Εξωτερικών.
Το σημείο, στο οποίο διαφωνούμε πάντως, είναι
ότι ούτε ο ελληνικός λαός ούτε το Σύνταγμα
του δίνει εξουσίες να διαπραγματευθεί έστω
και μια σπιθαμή ελληνικής γης χωρίς την προηγούμενη
έγκριση και αποδοχή της εθνικής αντιπροσωπείας.
Μια λεπτομέρεια, η οποία ωστόσο δεν φαίνεται
να απασχολεί το Γιώργο Παπανδρέου, εφόσον
γνωρίζει ότι τον καλύπτει απόλυτα η Ουάσιγκτον
και το ΝΑΤΟ και επομένως πιστεύει ότι παραμένει
χωρίς αντίπαλο.
Δυστυχώς όμως γι' αυτόν, δεν φαίνεται να
είχε την ευκαιρία να μελετήσει τη διπλωματική
ιστορία της Ευρώπης, διαφορετικά θα γνώριζε
ότι η καλή θέληση και η προσφορά εξυπηρέτησης
«ξένων κέντρων αποφάσεων για την Ελλάδα»,
όπως συνήθιζε να λέει ο πατέρας του, Ανδρέας
Παπανδρέου, το μόνο που κάνουν είναι να βοηθούν
την άνοδο πολιτικά κάποιας πολιτικής οντότητας
χωρίς προσωπικότητα. Και είναι τραγικό το
γεγονός ότι παρόμοια πολιτικά συνθήματα ξεσήκωσαν
τις καρδιές και το φρόνημα της νεολαίας της
εποχής εκείνης και οδήγησαν στο θρίαμβο του
«γέρου της δημοκρατίας», αείμνηστου Γιώργου
Παπανδρέου, του παππού του.
Σήμερα ο εγγονός εκείνου, ο οποίος πολιτεύεται
χάρη στο όνομα και την παράδοση που δημιούργησε
ο παππούς του, οδηγεί τη χώρα και την περηφάνεια
και φιλοτιμία των Ελλήνων στο τελευταίο σκαλοπάτι
της ανοχής, χωρίς να δείχνει ότι προβληματίζεται
από τα σχόλια και την κοροϊδία εκείνων που
θέλει να παρουσιάσει ως «έμπιστους φίλους»
και «καρντάσια».
Το ευτύχημα είναι ότι, άσχετα με τους πόθους,
τις σκέψεις και τη θέληση της Ουάσιγκτον,
η Τουρκία τελικά δεν πρόκειται να μπει στην
Ευρώπη. Οι ελπίδες της θα τερματισθούν την
ημέρα που θα εκτελεσθεί ο Οτσαλάν. Αυτό πιστεύω
και υποστηρίζω με βεβαιότητα, επειδή γνωρίζω
ότι δεν θα επιτρέψει ο άκρατος εγωισμός των
στρατοκρατών της Άγκυρας να υποκύψουν στη
θέληση της Δύσης.
Είμαι βέβαιος ότι αυτή η απόφαση θα αποτελέσει
την αρχή του τέλους για την Τουρκία. Όσο
για το Γιωργάκη Παπανδρέου, ας τον κυνηγούν
για πάντα τα φαντάσματα της Κύπρου, των νησιών
του Αιγαίου και της πουλημένης Θράκης.
Για την τάξη και μόνο θα ήθελα να κάνω αναφορά
στις τελευταίες δηλώσεις της Μάντλιν Όλμπράιτ,
η οποία έπλεξε εγκώμια για τον Έλληνα υπουργό
Εξωτερικών, ο οποίος υπέγραψε τις συμφωνίες
με την Άγκυρα.
Ενώ, όμως, τα πάντα δείχνουν να εξελίσσονται
όπως έχουν προγραμματισθεί, γι' ακόμη μια
φορά εμφανίσθηκε στο προσκήνιο ο Θεόδωρος
Πάγκαλος, ο οποίος με μια πραγματική σκληρή
γλώσσα άφησε γυμνό από κάθε πολιτική πρόφαση
τους Σημίτη και Παπανδρέου για τον τρόπο
άσκησης της ελληνοτουρκικής προσέγγισης.
Σύμφωνα με τον κ. Πάγκαλο «η Ελλάδα πρόσφερε
την ευρωπαϊκή υποψηφιότητα στην Τουρκία χωρίς
το παραμικρό αντάλλαγμα». Προειδοποίησε δε
ότι «κινδυνεύουμε να φθάσουμε στο μη παρέκει,
δηλαδή σην προώθηση συνομοσπονδίας στην Κύπρο
και την αναγνώριση τουρκικής μειονότητας
στη Θράκη».
Σχολιάζοντας της δηλώσεις Πάγκαλου, ο κυβερνητικός
εκπρόσωπος της Αθήνας απλώς αρκέσθηκε να
δηλώσει ότι «ουδείς έχει την ψευδαίσθηση
να διακηρύττει αυτή την ώρα ότι η Τουρκία
έχει αλλάξει εξωτερική πολιτική».
Συμφωνούμε μαζί του. Μόνον η Ελλάδα. Δικαιολογώντας
αυτή την πολιτική του ραγιαδισμού, ο ίδιος
ο Παπανδρέου χαρακτήρισε «αιθεροβάμονες»
όσους πιστεύουν ότι τα προβλήματα μεταξύ
Ελλάδας και Τουρκίας μπορούν να λυθούν διά
μαγείας.
Σύμφωνα με τον κ. Πάγκαλο «προβήκαμε σε ουσιώδεις
παραχωρήσεις έναντι των Τούρκων, ενώ εμείς
δεν πήραμε τίποτα. ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΤΙΠΟΤΑ»!
«Αναρωτιέμαι μέχρι πού θα πάμε εμείς, δηλαδή
τί ακριβώς άλλο θα ικανοποιήσουμε. Γιατί
τα αιτήματα έρχονται, ήδη κάτι κινήθηκε για
τη μειονότητα στη Θράκη. Ήδη προωθείται η
συνομοσπονδία στην Κύπρο» και είναι καιρός
η κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός να ξεκαθαρίσουν
τη θέση τους.
Με δικές του δηλώσεις, ωστόσο, ο πρόεδρος
της Τουρκίας, Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ, απένειμε
εύσημα στο Γιώργο Παπανδρέου για το ότι αποτελεί
«τα φτερά των ελληνοτουρκικών σχέσεων» («Τα
Νέα» 25/01/00).
Τέλος, έγινε γνωστό ότι ο επικεφαλής της
κοινής εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής
της ΕΕ (ΚΕΠΠΑ), Χαβιέ Σολάνα, ζήτησε από
τον Έλληνα υπουργό Εξωτερικών να επαναφέρει
την επαναλειτουργία της «επιτροπής σοφών»
και την «ανάληψη ουσιαστικών πρωτοβουλιών
για τη γεφύρωση των ελληνοτουρκικών διαφορών»,
κάτι που ερμηνεύεται σαν αποδοχή των αξιώσεων
της Τουρκίας επί του Αιγαίου, της Κύπρου
και της Θράκης.
Θα πρέπει να τονίσω ότι όλη αυτή η πολιτική
του ραγιαδισμού του Γιώργου Παπανδρέου έχει
δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα και μέσα στην
πολιτική ομάδα του ΠΑΣΟΚ σε τέτοιο σημείο
μάλιστα , ώστε να γίνει γνωστό ότι το εκτελεστικό
γραφείο του κινήματος πρόκειται να συνέλθει
την 1η Φεβρουαρίου για να εξετάσει θέματα
εξωτερικής πολιτικής.
Χωρίς να περιμένει κάποιος ουσιαστικές αλλαγές,
άπαξ και η Ουάσιγκτον καλύπτει το Γιώργο
Παπανδρέου, οι εξελίξεις αυτές στέλνουν ένα
μήνυμα αισιοδοξίας. Το ότι δηλαδή άρχισαν
να αναφαίνονται οι πρώτες ενδείξεις διαφωνίας
στην αποδοχή της σαρωτικής πολιτικής του
ραγιαδισμού, που κατόρθωσε να επιβάλει η
Ουάσιγκτον. Μια πολιτική υποχωρήσεων, συμβιβασμών,
ξεπουλήματος ελληνικών εδαφών για επίδειξη
διάθεσης καλής πίστης. Μια πολιτική, η οποία
το μόνο που έχει πετύχει μέχρι στιγμής είναι
η γελοιοποίηση ολόκληρης της κυβέρνησης και
του πολιτικού κατεστημένου της Αθήνας, το
οποίο, αλίμονο, είναι η πρώτη φορά που είναι
πραγματικά δημοκρατικό. Κι αυτό φαίνεται
ότι επιχειρούν να κτυπήσουν εκείνοι που υπαγορεύουν
αυτή την ατιμωτική πολιτική «φιλίας» μεταξύ
Ελλάδας και Τουρκίας.
ΛΕΖΑΝΤΕΣ:
Γιώργος Σημίτης: Η φιλόδοξη μετριότητα της
ελληνικής πολιτικής. Αποδοχή κάθε όρου για
την εξασφάλιση της επανεκλογής στην εξουσία.
Γιώργος Παπανδρέου και Ισμαϊλ Τζεμ: Οι δύο
εκλεκτοί της Νέας Τάξης για την επιβολή του
«δούρειου ίππου» για το Αιγαίο, Κύπρο και
Θράκη της ελληνοτουρκικής φιλίας.
Μάντλιν Όλμπράιτ: Ο επιστάτης της ομαλής
εφαρμογής των σχεδίων.
Θεόδωρος Πάγκαλος: Κραυγές διαμαρτυρίας μετά
την πτώση. |
|