The strong voice of a great community
Φεβρουάριος, 2009

Πίσω στο ευρετήριο

 

  Διπλωματία Ελλάδας και Τουρκίας:   “Ένας Παραλληλισμός”.

                                                                           Του Θωμά Στεφ. Σάρα

 

Στο σημερινό μου άρθρο θα μου επιτρέψετε να κάνω έναν παραλληλισμό μεταξύ των Τούρκων και Ελλήνων διπλωματών καθώς επίσης και τις μεθόδους που ακολουθούν προκειμένου να υπερασπιστούν τα εθνικά συμφέροντα της χώρας που εκπροσωπούν. Σε προηγούμενες εκδόσεις της επιθεώρησης είχα αναφερθεί κατ’ επανάληψη στους διπλωμάτες της Ελλάδας και την απροθυμία τους να μεταφέρουν στην Αθήνα σοβαρές πληροφορίες που τους είχανε εμπιστευτεί. Σαν αποτέλεσμα εκείνης της “επαγγελματικής νοοτροπίας” των διπλωματών της Αθήνας,  να μην θελήσουν να ενημερώσουν υπεύθυνα το κέντρο, υπήρξαν το ξάφνιασμα με τις μεγάλες φωτιές του Αθηναϊκού χώρου καθώς επίσης και εκείνες της Ολυμπίας. Για ακόμα μια φορά η Ελληνική γη  γνώρισε τη καταστρεπτική διάθεση του πάθους των μανιακών, ανίκανη να αντιδράσει λόγω κυρίως των κλειστών χρονικών περιθωρίων που πραγματοποιήθηκαν τα γεγονότα εκείνα. Στο σημείο αυτό, ωστόσο, θα ήθελα να αλλάξω το αντικείμενο των παρατηρήσεών μου και να στρέψω την προσοχή του αναγνώστη στην άλλη πλευρά της έρευνας, εκείνη των διπλωματών της Άγκυρας.

Το 2003, ύστερα από την επανεκλογή μου στο αξίωμα του Προέδρου και γενικού διευθυντή του Συμβουλίου Συντακτών του ξενόγλωσσου Τύπου του Καναδά, στην πρώτη μηνιαία συνεδρίαση του Συμβουλίου αμέσως μετά τις εκλογές, ήλθε προς συζήτηση το θέμα της γενοκτονίας των Αρμενίων και άλλων χριστιανικών λαών της Τουρκίας στις αρχές του εικοστού αιώνα. Η πρόταση εκείνη, θυμάμαι, προερχόταν από τον εκπρόσωπο της επιθεώρησης των Αρμενίων του Καναδά “Ορίζοντες”. Τα μέλη του εκτελεστικού του Συμβουλίου Συντακτών, δέχθηκαν την συζήτηση και ανέθεσαν σε ένα μέλος να προετοιμάσει, σε συνεργασία με τον πρόεδρο, μια σχετική εισήγηση για τη κατά το δυνατόν πληρέστερη ενημέρωσή τους. Μέσα στα πλαίσια εκείνης της απόφασης εργασθήκαμε κατά δύναμη, συγκεντρώσαμε το απαραίτητο υλικό και προετοιμάσαμε μια έκθεση επί του συγκεκριμένου θέματος που να τιμά τα γεγονότα και χωρίς καμία προκατάληψη εναντίον κανενός. Δεν είχα καμία αμφιβολία ότι το θέμα εκείνο ήταν πολύ σοβαρό και γνώριζα ότι η οργή της Άγκυρας θα έπεφτε επάνω μου, χωρίς όμως αυτό να μου δημιουργήσει κάποιους σοβαρούς προβληματισμούς. Για να είμαι ειλικρινής με τον εαυτό μου, με την ευκαιρία εκείνη τηλεφώνησα στο προεδρείο της αδελφότητας Ποντίων Τορόντο  “Παναγία Σουμελά” και παρακάλεσα να μου τηλεφωνήσει ο πρόεδρος για “κάποιο ζήτημα πολύ σοβαρό”. Μερικές μέρες αργότερα έλαβα ένα τηλεφώνημα από τον αντιπρόεδρο της αδελφότητας ο οποίος μου δήλωσε ότι ο πρόεδρος απουσίαζε από το Τορόντο και ζήτησε να πληροφορηθεί τους λόγους του τηλεφωνήματός μου. Του δήλωσα ότι το Συμβούλιο επρόκειτο να περάσει ψήφισμα καταδίκης της Τουρκίας για την Γενοκτονία των Αρμενίων και τον παρακάλεσα να φροντίσει να παραβρεθεί ο ίδιος στη συζήτηση για να φέρει και το θέμα της Γενοκτονίας των Ποντίων. Μου υποσχέθηκε να το συζητήσει με τον πρόεδρο του και να επανέλθει. Μερικές μέρες αργότερα ωστόσο, έλαβα ένα τηλεφώνημα από την Πρεσβεία της Ελλάδας στην Οτάβα, από αξιωματούχο της διπλωματικής αποστολής των Αθηνών, ο οποίος μου ζητούσε πληροφορίες γύρω από τις προθέσεις του Συμβουλίου. “Εάν”, μου δήλωσε, “είναι αλήθεια ότι  πρόκειται να περάσετε καταδικαστικό ψήφισμα για την Τουρκία, θα ήθελα να σου πω ότι κάτι τέτοιο είναι άδικο. Η Αθήνα δεν παραδέχεται εκείνα τα γεγονότα ότι αποτέλεσαν γενοκτονία, αλλά μάλλον ήταν μια φυσική συνέπεια των πράξεων βίας των πολεμικών συρράξεων της εποχής. Επομένως αν μου επιτρέψεις θα ήθελα να σου πω ότι μια καταδίκη θα στεναχωρήσει και την Αθήνα.” Ομολογώ ότι εκείνη η ανοικτή παρεμβολή πραγματικά με προβλημάτισε. “Πρώτον, δήλωσα, διερωτώμαι από που έχεις αυτές τις πληροφορίες, οι οποίες μέχρι στιγμής παραμένουν υπόθεση των μελών της διοίκησης και μόνον αυτών. Δεύτερον, θα μου επιτρέψεις να σου πω ότι το Συμβούλιο Συντακτών του Ξενόγλωσσου Τύπου του Καναδά είναι Καναδική οργάνωση και δεν έχει να κάνει τίποτα απολύτως με την Αθήνα ή και την Πρεσβεία της στον Καναδά. Ο ίδιος είμαι Καναδός ελληνικής καταγωγής, και εκλεγμένος αντιπρόσωπος της οργάνωσης, χωρίς όμως αυτό να δημιουργεί καμία υποχρέωση να ακολουθήσω τη πολιτική σας ή και να δεσμευτώ από τις υποδείξεις σας. Δέχομαι ότι το τηλεφώνημα αυτό ήταν φιλικό. Απορρίπτω, ωστόσο, κάθε προσπάθεια παρεμβατισμού ή και επηρεασμού μου, ως Προέδρου του Συμβουλίου Συντακτών, καθώς επίσης και κάθε προσπάθεια υπόδειξης με ποιό τρόπο θα ασκήσω τα καθήκοντά μου. Εάν εσείς έχετε συμβιβαστεί με την συνείδησή σας, αυτό αφορά εσάς. Για όσους όμως έχασαν τους ανθρώπους και τις οικογένειες τους, αδικοσφαγμένους από τους αιμοσταγείς Τούρκους, αποτελεί υπόθεση ιερή η τιμωρία των ένοχων  για τη μνήμη εκείνων των θυμάτων”. Έτσι λοιπόν στην συνεδρίαση που ακολούθησε τα μέλη του Συμβουλίου ομόφωνα αποδέχθηκαν το ψήφισμα καταδίκης της Τουρκίας ως υπεύθυνης  της Γενοκτονίας των Αρμενίων, άπαξ και από την πλευρά των Ποντίων δεν θέλησε να εμφανισθεί κανένα στέλεχος της αδελφότητας. Το ψήφισμα ήταν καταπέλτης, καταδίκαζε την Τουρκία ως υπεύθυνη της Γενοκτονίας και απαιτούσε από τους αντιπροσώπους της Καναδικής Γερουσίας και Κοινοβουλίου να αναγνωρίσουν την Γενοκτονία, απηύθυνε δε έκκληση στην κυβέρνηση του Καναδά στην επίσημη πολιτική της να αναγνωρίσει την Γενοκτονία των Αρμενίων. Θυμάμαι ότι την επομένη της απόφασης την ογδόη πρωινή δέχθηκα ένα τηλεφώνημα από την πρεσβεία της Τουρκίας, με το οποίο η συνομιλήτριά μου απαιτούσε να τους μεταβιβάσω αμέσως τα πρακτικά της συνεδρίασης καθώς επίσης και τα ονόματα εκείνων που παραβρέθηκαν σε αυτήν. Σύμφωνα με τις σημειώσεις μου, η κυρία που μου τηλεφώνησε ήταν η σύζυγος του πρέσβη της Τουρκίας Aydemir Erman, με καταγωγή από την Δυτική Θράκη, όπως μου εξήγησε και απαιτούσε να συμμορφωθώ αμέσως με την απαίτηση, διαφορετικά ή ευθύνη θα ήταν δική μου.

Για να είμαι ειλικρινής, το ύφος της συνομιλήτριάς μου ήταν τόσο απαράδεκτο ώστε υποχρεώθηκα να τη “στείλω στο διάβολο”, κλείνοντας ταυτόχρονα και το τηλέφωνό μου. Το μόν που πραγματικά έστειλα με συστημένο γράμμα και απόδειξη παραλαβής ήταν το ψήφισμα καταδίκης το οποίο μάλιστα υπέγραφα μόνον εγώ ως πρόεδρος, προκειμένου να αποφύγω να περιπλέξω και τα υπόλοιπα μέλη του Συμβουλίου με τους μανιακούς της Άγκυρας.

Αντεπίθεση με προθέσεις καταστροφικές.

Μερικές μέρες αργότερα έλαβα ένα τηλεφώνημα από ανώτερο διοικητικό στέλεχος Καναδικού υπουργείου, με το οποίο είχα απόλυτη συνεργασία. Ο συνομιλητής μου, μου ζήτησε να συναντηθούμε αμέσως επειδή είχε να μου πει ορισμένα σοβαρά θέματα. Συναντηθήκαμε την επομένη και κατά την διάρκεια γεύματος μου ενημέρωσε ότι δέχθηκε την επίσκεψη του επιτετραμμένου της Τουρκίας στο γραφείο του. Ο τελευταίος του δήλωσε ότι η υπηρεσία του και το υπουργείο θα πρέπει να διακόψουν αμέσως κάθε σχέση με τον Θωμά Σάρα, ο οποίος σύμφωνα με τις πληροφορίες τους συνεργαζόταν με τρομοκρατικές οργανώσεις και ήταν εχθρικά διακείμενος έναντι της Τουρκίας. Άκουσα τον συνομιλητή μου και γέλασα. “Σου είπε τουλάχιστον το όνομα της τρομοκρατικής οργάνωσης που συνεργάζομαι”, τον ρώτησα. Η εφημερίδα Ορίζοντες και τα στελέχη τους, η απάντηση. Ευχαρίστησα τον συνομιλητή μου για την πληροφορία και ρώτησα εάν συνηθίζει να δέχεται παρόμοιες επισκέψεις και υποδείξεις γύρω από την εκτέλεση των καθηκόντων του και από άλλες πρεσβείες. Αυτή ήταν η πρώτη φορά, μου απάντησε. Τις μέρες που ακολούθησαν ζήτησα να δω τον υπεύθυνο υπουργό του υπουργείου που υπηρετούσε ο φίλος δημόσιος υπάλληλος και παράλληλα συναντήθηκα με τον υπουργό Εξωτερικών Υποθέσεων του Καναδά, θυμάμαι ήταν ο καθηγητής Bill Graham. Τους εξήγησα τι συμβαίνει και ζήτησα την άμεση λήψη μέτρων εναντίον του θρασύ Τούρκου διπλωμάτη ο οποίος, σύμφωνα με την ομολογία του, διατηρούσε φακέλους σε βάρος Καναδών πολιτών. Οι δύο υπουργοί αφού άκουσαν τι είχα να πω, μου ζήτησαν να μην δώσω συνέχεια διότι έτσι με την σημασία που έδειχνα θα έδινα πίστωση στον διπλωμάτη που διαφορετικά δεν θα την είχε. Έλαβα, ωστόσο, διαβεβαίωση ότι θα γινόταν οι σχετικές υποδείξεις. Μερικούς μήνες αργότερα, ως γνωστόν, πρώτη η Γερουσία του Καναδά και κατόπιν η Ομοσπονδιακή Βουλή αναγνώρισαν με ψήφισμά τους την Αρμένικη Γενοκτονία και ζήτησαν από την κυβέρνηση του κ. Χάρπερ να προχωρήσει στην λήψη σχετικών μέτρων για την αλλαγή της εξωτερικής πολιτικής του Καναδά. Η Άγκυρα αρχικά αντιδρώντας απέσυρε τον διπλωμάτη της για μερικές μέρες, για να τον ξαναστείλει, ωστόσο πίσω, άπαξ και διαπίστωσε ότι δεν πρόκειται να της περάσει αυτή τη φορά.

Μια νέα πρόκληση, μια νέα αντεπίθεση.

Ύστερα από ένα χρόνο περίπου στην Κωνσταντινούπολη, το βαθύ κράτος της Τουρκίας, όπλισε το χέρι ενός νεαρού και τον έβαλε να εκτελέσει έναν Τούρκο Αρμένιο δημοσιογράφο ο οποίος ζητούσε την αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων από την Άγκυρα. Το Συμβούλιο Συντακτών αντέδρασε, όπως ακριβώς αντιδρά σε κάθε παρόμοια περίπτωση, καταδίκασε την Τουρκία και ζήτησε την παραδειγματική τιμωρία κάθε ένοχου ή και εμπλεκόμενου στο αισχρό αυτό παιγνίδι εκφοβισμού κάθε φιλελεύθερης φωνής. Το ψήφισμα αυτό της καταδίκης της Άγκυρας, το έστειλα επίσης με συστημένη επιστολή στην πρεσβεία της Τουρκίας, στο γραφείο του Πρωθυπουργού της Τουρκίας στην Άγκυρα, του Υπουργείου Εξωτερικών της Τουρκίας και το κοινοποίησα σε όλες τις ξένες διπλωματικές αποστολές στον Καναδά καθώς επίσης και όλες τις υπηρεσίες, ομοσπονδιακές, επαρχιακές και τοπικές του Καναδά.

Ένα μήνα αργότερα, έλαβα προσωπική επιστολή από τον πρέσβη της Τουρκίας ο οποίος με κατηγορούσε πλέον ανοικτά σαν εχθρό της Τουρκίας και με κατήγγειλε στο υπουργείο Εξωτερικών του Καναδά, το υπουργείο Πολιτισμού και Ιθαγένειας και το γραφείο του Πρωθυπουργού ότι με τις ενέργειες μου εκείνες προσπαθώ να δημιουργήσω εσφαλμένες εντυπώσεις για την ποιότητα της Τουρκικής δημοκρατίας. Ήταν μια πρόκληση άνευ προηγουμένου. Τη φορά αυτή το ίδιο έντονη υπήρξε και η απάντησή μου.

“Σου γράφω προκειμένου να εκφράσω την αγανάκτησή μου σχετικά με τις συνεχιζόμενες προσπάθειες σου εναντίον της Τουρκία και της Πρεσβεία της ”, μου έγραφε, και συνέχιζε να μου κατηγορεί ότι στο ψήφισμα του Συμβουλίου Συντακτών αναφέρεται ο τουρκικός λαός ως “βάρβαρος και φασίστας” με την φράση ότι “η χώρα αυτή διακατέχεται από βαρβαρική νοοτροπία”, και ως εκ τούτου απαιτούσε να υποβάλω την παραίτηση μου αμέσως, προκειμένου να πάψω να παραπλανώ την Καναδική κοινή γνώμη  με το αξίωμα που έχω εκλεγεί.

Με κατηγορούσε ακόμα ότι ουδέποτε προσπάθησε να παρέμβει στην Καναδική διοίκηση εναντίον μου, αρνείτο ότι ο επιτετραμμένος της πρεσβείας επισκέφθηκε τον υπάλληλο του Υπουργείου και με κατηγορούσε προσωπικά ότι σκηνοθετώ την όλη κατάσταση προκειμένου να δημιουργήσω αρνητικές εντυπώσεις για την Τουρκία και τον ίδιο.

Παράλληλα, το ίδιο διάστημα άρχισα να δέχομαι έναν καταιγισμό ηλεκτρονικών μηνυμάτων από κάθε γωνιά της γης, συμπεριλαμβανομένης της Άγκυρας, της Κωνσταντινούπολης και Ευρωπαϊκών χωρών, όλα με την υπογραφή τουρκικών ονομάτων, που απαιτούσαν την παραίτησή μου.

Είχα την πρόνοια, ωστόσο, να κρατήσω στο αρχείο μου ένα μεγάλο αριθμό από αυτά, για “κάθε ενδεχόμενο”. Έτσι λοιπόν όταν έλαβα το δεύτερο γράμμα του πρέσβη της Τουρκίας, θεώρησα καλό να του δώσω μια συνολική απάντηση με την ελπίδα ότι θα συμμορφωθεί και θα αποφύγει στο μέλλον παρόμοιες ενέργειες.

Λόγω χώρου ωστόσο, θα συνεχίσω με την επιστολή μου εκείνη στο επόμενο φύλο της επιθεώρησης.