The strong voice of a great community

Φεβρουάριος 2005

Πίσω στο ευρετήριο

«Περιμένοντας τα σύννεφα». Μία ταινία και μία αρχή για τον Ποντιακό Ελληνισμό

Του Φάνη Μαλκίδη

Λέκτορα στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης

 

Είναι γεγονός ότι οι μεταπολεμικές πολιτικές ελίτ της Ελλάδας ήταν εχθρικές έναντι της μνήμης, της ταυτότητας και της γνώσης. Η κοινή ένταξη της Ελλάδας και της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ  και  η ταύτιση των ελληνικών συμφερόντων με ξένα, αποξένωσε τον ελληνικό λαό από την ιστορική του πορεία και τον οδήγησε σε μία συναισθηματικού ή φολκλορικού τύπου προσέγγιση της καταγωγής του. Γι΄ αυτό στην περίπτωσή μας, των Ελλήνων του Πόντου οι πολιτικοί τελείωναν τα λογίδριά τους με το  «η Ρωμανία κι αν επέρασεν ανθείν και φέρειν κι άλλον» ή η ποντιακή ιστορία περιοριζόταν  στη σέρα και το τικ. Για τη γενοκτονία και την ιστορική μνήμη ούτε λόγος και κυρίως ούτε πράξη να γίνεται. Η δημοσίευση κειμένων και βιβλίων για τη γενοκτονία  των Ελλήνων του Πόντου και τις χιλιάδες κρυφές άγνωστες ιστορίες της στη δεκαετία του 1980 έγινε μέσα σε ένα εχθρικό περιβάλλον από ανθρώπους όπως ο Μ. Χαραλαμπίδης, ο Κ. Φωτιάδης, ο Γ. Ανδρεάδης.   Ο τελευταίος έδωσε μία άλλη διάσταση  στην υπόθεση της γενοκτονίας- το 1994  αναγνωρίστηκε από το ελληνικό κοινοβούλιο και δυστυχώς μέχρι σήμερα από κανένα ξένο- με τα έργα του ο Θόδωρον, η Τολίκα, η Ταμάμα. Στην Ταμάμα, η οποία έχει μεταφραστεί στην ποντιακή διάλεκτο και σε οχτώ γλώσσες, ανάμεσά τους η τουρκική και η κινεζική,  βασίστηκε η ιστορική όπως αποδεικνύεται κινηματογραφική ταινία «Περιμένοντας τα Σύννεφα», η οποία σκηνοθετήθηκε από τη γεννημένη στην Τραπεζούντα Γεσίμ Ουστάουγλου, σε συνεργασία με τον Πέτρο Μάρκαρη. Η Γεσίμ Ουστάουγλου, ανήκει στη μεγάλη ομάδα τούρκων πολιτών που μάχονται για τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Τουρκία,  τόσο στη γειτονική χώρα, όσο και στο εξωτερικό και έχει βραβευθεί ως καλύτερη ευρωπαϊκή παραγωγή το 1999 από το Φεστιβάλ του Βερολίνου για την ταινία της «Ένα ταξίδι στον ήλιο». 

Το έργο «Περιμένοντας τα Σύννεφα» βασίστηκε  στην αληθινή ιστορία της μικρής Ποντίας που επέζησε της γενοκτονίας ζώντας όμως δεκαετίες με άλλο όνομα  στην Τουρκία και το οποίο ανέθρεψε μαζί με την κόρη του ένας Τούρκος αξιωματικός. Όταν πεθαίνει η θετή αδελφή της, αναπολώντας τα σύννεφα θυμάται το παρελθόν της και με τη βοήθεια ενός Έλληνα που επισκέφθηκε το χωριό της, ύστερα από πενήντα χρόνια   ανακαλύπτει  την αληθινή της καταγωγή και έρχεται  στη Θεσσαλονίκη για να συναντήσει τον αδελφό της. Τα έργο εγκρίθηκε στον αντίστοιχο διαγωνισμό ευρωπαϊκού κινηματογράφου,  χρηματοδοτήθηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση   πριν τέσσερα χρόνια με το ποσό των 2,5 εκατ. ευρώ και την κινηματογράφηση ανέλαβε η εταιρεία  Silk Road Film Production που εδρεύει στο Παρίσι. Το έργο έχει την πρωτοτυπία ότι παίζουν Τούρκοι, Έλληνες, Πόντιοι που ζουν στην Ελλάδα και Ποντιόφωνοι μουσουλμάνοι ηθοποιοί, και οι διάλογοί τους παραμένουν όπως είναι πρωτότυποι. Σε κάθε χώρα, όπως και στην Ελλάδα ο θεατής θα παρακολουθεί την ποικιλία αυτών των διαλόγων με υπότιτλους στη γλώσσα της χώρας προβολής. Το έργο μέχρι στιγμής συμμετείχε στο 23ο  Πανευρωπαϊκό Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Κωνσταντινούπολης (Απρίλιος 2004), όπου τιμήθηκε με το ειδικό βραβείο της επιτροπής του εθνικού διαγωνιστικού τμήματος, στο Φεστιβάλ  Κινηματογράφου στο Μόντρεαλ (Αύγουστος 2004), στο Φεστιβάλ της Κορέας (Οκτώβριος 2004), στο Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης με τρεις προβολές (Νοέμβριος 2004), του Νέου Δελχί (Νοέμβριος 2005), του Βερολίνου (Φεβρουάριος 2005), ενώ έχει προβληθεί στην Άγκυρα, στη Σμύρνη και την Τραπεζούντα!

Τα γυρίσματα της ταινίας έγιναν στη Ριζούντα και την Τρίπολη του Πόντου, στα Πριγκηπόνησα, στην πλατεία Αριστοτέλους της Θεσσαλονίκης, στο Επταπύργιο, στα χωριά της Δράμας, Μαρμαριά, Νικηφόρος και Υψηλή Ράχη καθώς καιι στην Καβάλα, στην παλιά πόλη και στο Υδραγωγείο. Η δημιουργία του έργου συνάντησε το ζήλο και το πάθος του παραγωγού Μπεχρούζ Χασεμιάν, ο οποίος δε φείσθηκε κόπων και εξόδων για την επιτυχία της παραγωγής.   Στην ιστορική και φωτογραφική ενίσχυση του έργου συνέβαλλαν ο Δήμος Καλαμαριάς και το Ιστορικό Αρχείο Προσφυγικού Ελληνισμού και ο καθηγητής Κ. Φωτιάδης.

Μέσα από το έργο και τα πραγματικά γεγονότα που έχει καταγράψει,  προβάλλεται ένα μέρος της γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου και στοχεύει στην ιστορική αποκατάσταση  της μνήμης των θυμάτων, ως βάση της πραγματικής φιλίας των λαών. Η αναγνώριση του διαπραχθέντος εγκλήματος, η συγνώμη από την τουρκική ηγεσία και λαό θα είναι ένα βήμα μπροστά για την αναγέννηση του τουρκικού λαού και την πορεία του προς την απελευθέρωση και τον εκδημοκρατισμό.

Τέλος, για τον γράφοντα η ταινία αποτελεί  σημαντική στιγμή γιατί, επιτέλους, μπορεί να καταλάβει πραγματικά το ηλικιωμένο ζεύγος Αρμένιου και Πόντιας, με τους οποίους είδε μαζί στο Τορόντο του Καναδά μία άλλη κινηματογραφική ταινία, «Το Αραράτ»,  η οποία κατέγραφε τα γεγονότα της αρμενικής γενοκτονίας. Με ανάλογες ταινίες όπως το «Περιμένοντας τα Σύννεφα», μετά τους Αρμένιους ανοίγει  ο δρόμος για την αποκατάστασης της  μνήμης και για  τους Πόντιους.