|
Ποιοι
φοβούνται τα διδάγματα απ’ το παρελθόν; Του
Νίκου Α. Τούλιου
Ας παρελθοντολογήσουμε, λοιπόν.
Γιατί όχι; Μπορεί δύο από τους βασικούς
πρωταγωνιστές της μεταπολεμικής
πολιτικής ζωής να μην υπάρχουν πια (Κ.
Καραμανλής, Α. Παπανδρέου), αλλά είναι εν
ζωή ο τρίτος (Κ. Μητσοτάκης), και κάποιοι
φίλοι του, πρώην και νυν, δεν μας αφήνουν
να ησυχάσουμε. Ζουν ακόμη και κάποιοι
από τους ηγέτες της Αριστεράς (π.χ. Χ.
Φλωράκης), αλλά αυτοί μας απασχολούν,
ευτυχώς, μόνο με τις βιογραφίες τους.
Η παρελθοντολογία δεν είναι
απαραιτήτως κακό πράγμα, όπως πάνε να
μας πουν σήμερα διάφοροι, αριστεροί και
δεξιοί, που δεν τους βολεύει. Κακό είναι
να μένεις προσκολλημένος στο παρελθόν
και να μη βλέπεις τί γίνεται σήμερα και
αύριο. Αλλά είναι καλό να μην ξεχνάς όσα
έγιναν λίγα χρόνια πριν, για να βγάλεις
χρήσιμα συμπεράσματα.
Η περίοδος του ’89 είναι, έτσι κι
αλλιώς, μια κακή – και σε ορισμένες
περιπτώσεις σκοτεινή – περίοδος της
μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Και κατά
καιρούς εξάπτει τα πάθη, αν υποθέσουμε
ότι υπάρχουν ακόμη πολιτικά πάθη. Αυτή
τη φορά μας την ξαναθύμισε ένας
απόστρατος στρατηγός, με ειδίκευση στην
τέχνη του πράκτορα. Μπορεί να
διατυπωθούν χίλιες ενστάσεις για την
αξιοπιστία και τα κίνητρά του. Αλλά σε
καμιά περίπτωση όσα λέει δεν είναι
αδιάφορα. Για έναν πολύ απλό λόγο: Ο
άνθρωπος ήταν εξ απορρήτων ενός πρώην
πρωθυπουργού, έκανε αποδεδειγμένα «βρώμικες»
δουλειές, άλλοτε με την έγκρισή του και
άλλοτε, προφανώς, κάνοντας «υπέρβαση».
Συνηθισμένα πράγματα…
Τί είπε, λοιπόν, ο διαβόητος
στρατηγός; Ότι το 1988 είχε επαφές με
πράκτορες της CIA, που ήθελαν να βοηθήσουν τη Ν.Δ. να
νικήσει στις εκλογές. Όποιος το δει από
την ανάποδη, μπορεί να οδηγηθεί στο
συμπέρασμα ότι η τότε αμερικανική
κυβέρνηση ήθελε να απαλλαγεί από την
κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Οι επαφές δε αυτές,
λέει ο στρατηγός, έγιναν εν γνώσει και τη
εγκρίσει του αφεντικού του, του Κ.
Μητσοτάκη.
Και μέγας σάλος ξεσηκώθηκε. «Αναξιόπιστος»
ο Γρυλλάκης, κραυγάζει ο ένας, «εξωφρενικά
όσα λέει», αποφαίνεται εύκολα ο άλλος, «αποκυήματα
φαντασίας», διαψεύδει πιεζόμενος ο
επίτιμος. Ψυχραιμία, παιδιά. Όσο
αναξιόπιστος είναι ο Γρυλλάκης, άλλο
τόσο είναι και ο Μητσοτάκης, που τον είχε
δεξί του χέρι. Για ρωτήστε και τον Ανδρέα
Ανδριανόπουλο τί έπαθε μερικά χρόνια
αργότερα; Ο άνθρωπος ήταν κυβερνητικός
εκπρόσωπος της κυβέρνησης Μητσοτάκη και
δήλωσε, ορθά-κοφτά, ότι ο Γρυλλάκης δεν
είχε καμιά σχέση με τον πρωθυπουργό. Η
διάψευση ήρθε λίγο αργότερα μέσω
Ρουμανίας, ο Γρυλλάκης ήταν σύμβουλος
του κ. Μητσοτάκη. Και ο Ανδριανόπουλος –
προς τιμήν του – παραιτήθηκε.
Ας αφήσουμε, λοιπόν, κατά μέρος τα
περί «αναξιοπιστίας» και ας δούμε την
ουσία, με δυο-τρεις αυτονόητες αλήθειες: ·
Ασφαλώς και είναι ανοησία να πιστεύει
κανείς ότι η CIA ανέτρεψε την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ το 1989.
Άλλωστε, αν οι Αμερικανοί είχαν τέτοια
δύναμη, δεν θα άφηναν το ΠΑΣΟΚ να
καταλάβει την εξουσία το 1981 και το 1985. Σε
τέτοια απλουστευτικά συμπεράσματα
καταφεύγουν όσοι έχουν μυθοποιήσει τον
ρόλο των Αμερικανών και βλέπουν «αμερικανικό
δάκτυλο» πίσω από όλα τα δεινά αυτού του
τόπου. Το περίεργο είναι ότι σήμερα
κάποιοι από αυτούς – μηδέ των εκ του ΚΚΕ
εξαιρουμένων – απορρίπτουν άνευ ετέρου
τον ισχυρισμό Γρυλλάκη, ο οποίος –
σημειωτέον – δεν είπε ότι οι Αμερικανοί
ανέτρεψαν την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, αλλά
ότι είχαν εκδηλώσει ενδιαφέρον να
βοηθήσουν τη Ν.Δ. να νικήσει στις εκλογές.
Φυσιολογικά πράγματα, δηλαδή. Φαίνεται,
όμως, ότι ο «μητσοτακισμός» (ή ο «αντιπασοκισμός»)
ορισμένων δεν τους αφήνει να δουν πέρα
απ’ τη μύτη τους. ·
Ο κ. Μητσοτάκης δεν είναι δα και από τους
πλέον αθώους Έλληνες πολιτικούς, ώστε να
πιστεύουμε με την πρώτη δήλωσή του περί
«αποκυημάτων φαντασίας». Άλλωστε, ο
ρόλος του στην ανατροπή μιας κυβέρνησης
είναι ιστορικά αποδεδειγμένος και ο
ίδιος πρόσφατα δήλωσε ότι τότε (το 1965) «έκανε
λάθος». Όσοι, λοιπόν, γίνονται σήμερα
μητσοτακικότεροι του Μητσοτάκη, απλώς
προκαλούν θυμηδία. ·
Το ΠΑΣΟΚ έπεσε από την εξουσία το 1989 κάτω
απ’ το βάρος του σκανδάλου Κοσκωτά. Η
κυβέρνησή του είχε περιπέσει σε
ανυποληψία, η σήψη κυριαρχούσε σε μεγάλο
μέρος των ανθρώπων της εξουσίας, πολύ
απλά η πλειοψηφία του ελληνικού λαού
αποφάσισε ότι έπρεπε ν’ αλλάξει η
κυβέρνηση. ·
Το αποκληθέν «βρώμικο ’89» έχει δύο όψεις.
Την πρώτη την περιγράψαμε: Ήταν μπόχα
που αναδύθηκε από τις αποκαλύψεις για τα
έργα και τις ημέρες ορισμένων ανθρώπων
της τότε ΠΑΣΟΚικής εξουσίας. Η άλλη όψη
ήταν όσα ακολούθησαν. Τα μέσα που
μεταχειρίστηκαν οι διάδοχοί τους και δη
ο αποκληθείς «αρχάγγελος της κάθαρσης»
κ. Μητσοτάκης. Ήταν τα ψεύδη και οι
ψευδομάρτυρες που επιστρατεύθηκαν για
να στοιχειοθετηθούν ανύπαρκτες
κατηγορίες. Ήταν η απόφασή του να
διορίσει στην κορυφή της δικαστικής
πυραμίδας ένα δικό του άνθρωπο, για να
δικάσει το βασικό του αντίπαλο. Ήταν οι
μέθοδοι (υποκλοπές κλπ.) που
χρησιμοποίησαν και ήταν ακριβώς εκείνες
για τις οποίες στηλίτευαν τους
προκατόχους τους. Κι έτσι το υπαρκτό
αίτημα της κάθαρσης κατάντησε
φαρσοκωμωδία. Για
έναν άνθρωπο που έζησε εκείνη την
ταραγμένη περίοδο όλα αυτά είναι,
νομίζουμε, αυτονόητες αλήθειες. Πέρα από
πολιτικές προτιμήσεις και
υποκειμενισμούς. Άλλωστε, η χρονική
απόσταση από τα γεγονότα μας επιτρέπει
να τα δούμε όπως ακριβώς συνέβη, μακριά
από την έξαψη της στιγμής, με
περισσότερη γνώση και πιο νηφάλια κρίση.
Κάθε εκ των υστέρων αποκάλυψη
προσμετράται, αξιολογείται και παίρνει
τη θέση της. Όμως, σε καμιά περίπτωση δεν
είναι για πέταμα, όπως θέλουν να μας
πείσουν οι δήθεν εχθροί της
παρελθοντολογίας, που πρώτοι τη
χρησιμοποιούν όταν βολεύει τις
επιδιώξεις τους.
Έχει, λοιπόν, και η παρελθοντολογία
τη θέση της, αλλά κάνουν λάθος κάποιοι
στο ΠΑΣΟΚ αν νομίζουν ότι μπορεί ν’
αποτελέσει την αιχμή του δόρατός τους.
Είμαστε σε άλλη φάση σήμερα. Άλλα είναι
τα προβλήματα που καίνε τον Έλληνα
πολίτη. Άλλωστε, οι νεότερες γενιές
ελάχιστη γνώση έχουν των
προαναφερθέντων και γι’ αυτό και
ελάχιστο ενδιαφέρον. Άλλωστε, και όσοι
τα έζησαν έχουν άλλες προτεραιότητες.
Τα πράγματα, λοιπόν, είναι απλά: Το
παρελθόν δεν είναι αδιάφορο, όπως θέλουν
να μας πείσουν κάποιοι, οι οποίοι θέλουν
να το χρησιμοποιούν επιλεκτικά.
Αντλούμε από αυτό συμπεράσματα, για να
μη μας παριστάνουν οι πρωταγωνιστές τις
αθώες περιστερές στην προσπάθειά τους
να εξαγνιστούν. Δεν εθελοτυφλούμε. Όμως,
ούτε έχουμε στραμμένο το βλέμμα μας
μονίμως στο παρελθόν. Γιατί τότε θα
ήμασταν αληθινοί τυφλοί.
|