|
Για το
εκπαιδευτικό ζήτημα της ελληνικής
κοινότητας στην Αλβανία Του Φάνη Μαλκίδη Οι
πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές
εξελίξεις στο χώρο της Χερσονήσου του
Αίμου έφεραν ξανά στο προσκήνιο ένα
πρόβλημα, το οποίο στην πραγματικότητα
δεν είχε ποτέ διευθετηθεί και επιλυθεί:
το ζήτημα της προστασίας της ταυτότητας
αλλά και της ίδιας της ύπαρξης των
μειονοτικών πληθυσμών. Εξάλλου στη
Βαλκανική Χερσόνησο, όπου οι εδαφικές
και πληθυσμιακές ανακατατάξεις
αποτελούν πολιτική και πρακτική αιώνων,
είναι αναμενόμενο το φαινόμενο αυτό να
παρουσιάζεται πολύ πιο
έντονο και διαρκές. Το
ζήτημα της μειονοτικής εκπαίδευσης, το
θέμα της διάχυσης της γνώσης στη μητρική
γλώσσα, της ύπαρξης εκπαιδευτηρίων, τα
οποία θα συμβάλλουν στην ύπαρξη των
μειονοτικών ομάδων,
κυριαρχεί στα αιτήματα των
μειονοτικών ομάδων και αποτελεί ένα από
τα βασικά αίτια προστριβών, πολιτικών
αντεγκλήσεων, ενώ προτάσσεται ως
καθοριστικός παράγοντας
ακόμη και για την ανάληψη
ένοπλης δράσης, ενάντια στο καθεστώς
της πλειονότητας. Το
φθινόπωρο του 1991 (Σεπτέμβριος –
Οκτώβριος) πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια
του της ΔΑΣΕ (Ο.Α.Σ.Ε), στην οποία η
Αλβανία είχε γίνει μέλος με τη σύμφωνη
γνώμη της Ελλάδας, η Συνδιάσκεψη της
Μόσχας, κατά τη διάρκεια της οποίας καταβλήθηκαν
προσπάθειες
προσέγγισης του ζητήματος, με σκοπό να
καταστεί σαφές σε όλα τα κράτη ότι η
αποτελεσματική προστασία των
μειονοτικών πληθυσμών που βρίσκονται
στην επικράτειά τους είναι και προς δικό
τους όφελος και δεν οδηγεί στην
αποσύνθεση της εθνικής τους ενότητας.
Παράλληλα, ένα πολύ σημαντικό βήμα
προόδου ήταν το συμπέρασμα στο οποίο
κατέληξε η συνδιάσκεψη, δηλώνοντας ότι
πρέπει να ασκηθεί η απαραίτητη πίεση,
ώστε να μην έγκειται πλέον στη
διακριτική ευχέρεια του κάθε κράτους η
εφαρμογή ή μη των διεθνών κανόνων
προάσπισης των δικαιωμάτων και των
ελευθεριών των μειονοτικών πληθυσμών.
Στη συνδιάσκεψη έγινε παρέμβαση από
εκπροσώπους της ελληνικής κοινότητας
στην Αλβανία, οι οποίοι τόνισαν τον
περιορισμό των δικαιωμάτων των Ελλήνων,
ενώ έθεσαν και το ζήτημα της εκπαίδευσης,
τονίζοντας την
πολιτισμική καταπίεση και την αφομοίωση
της μειονότητας. Το
εκπαιδευτικό
Το
μεγάλο θέμα, που επηρεάζει άμεσα την
εξέλιξη των ελληνοαλβανικών σχέσεων,
και που αποτέλεσε και εξακολουθεί να
αποτελεί αντικείμενο διαπραγματεύσεων
και συχνής αντιπαράθεσης, είναι το
ζήτημα της λειτουργίας των ελληνικών
σχολείων. Το κυριότερο από τα προβλήματα
που καλείται να αντιμετωπίσει η
ελληνική εκπαίδευση στην Αλβανία είναι
η απουσία οποιουδήποτε νομοθετικού
πλαισίου, που να καθορίζει σαφώς τις
συνθήκες και τους όρους λειτουργίας της.
Η κατάρρευση του καθεστώτος οδήγησε σε
μια φυσική προσπάθεια απαλλαγής του
εκπαιδευτικού συστήματος από τα δεσμά
του παρελθόντος και στο πλαίσιο αυτό
προτάθηκαν αρκετά σχέδια νόμων, χωρίς
ωστόσο κανένα να καταλήξει σε νόμο του
κράτους. Το αποτέλεσμα είναι να
παραμένει το θεσμικό κενό, το οποίο
καλύπτεται με κυβερνητικές αποφάσεις
και διατάγματα που παρέχουν τη
δυνατότητα στην κυβέρνηση να χειρίζεται
το θέμα με πολιτικά και όχι με αυστηρά
εκπαιδευτικά κριτήρια. Το πρώτο
διάταγμα, που αποτελούσε ταυτόχρονα και
την πρώτη προσπάθεια ρύθμισης του
καθεστώτος λειτουργίας της μειονοτικής
εκπαίδευσης, είχε εκδοθεί ήδη από το
Σεπτέμβριο 1991. Το διάταγμα αυτό
προέβλεπε ότι τα μαθήματα στα οκτατάξια
σχολεία της ελληνικής μειονότητας θα
διδάσκονταν στα ελληνικά, σύμφωνα με το
εκπαιδευτικό πρόγραμμα που θα
καθοριζόταν από το υπουργείο Παιδείας,
ενώ η αλβανική θα διδασκόταν ως ξένη
γλώσσα. Παρά το γεγονός ότι κανένας
λόγος δεν γινόταν για τη διδασκαλία της
ελληνικής στα γυμνάσια και τις ανώτερες
βαθμίδες της εκπαίδευσης, εκτός από τη
λειτουργία της Παιδαγωγικής Ακαδημίας
του Αργυροκάστρου και από το 1995 του
τμήματος Ελληνικής Γλώσσας και
Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο
Αργυροκάστρου, ωστόσο η ρύθμιση αυτή
δημιούργησε στο ελληνικό στοιχείο της
Αλβανίας ένα κλίμα αισιοδοξίας σε ό,τι
αφορούσε τα εκπαιδευτικά πράγματα,
καθώς αποτελούσε σαφώς ένα πρώτο βήμα
για τη βελτίωση της κατάστασης σε σχέση
με το παρελθόν. Η
συνέχεια, όμως, δεν επιβεβαίωσε τις
αισιόδοξες προβλέψεις, καθώς δεν
έλειψαν τα προβλήματα και τα εμπόδια,
που διαρκώς παρεμβάλλονταν στη
λειτουργία των ελληνικών σχολείων. Για
παράδειγμα το σχέδιο νόμου που
προέβλεπε στο άρθρο 4 ότι «οι πολίτες
της Δημοκρατίας της Αλβανίας έχουν ίσα
δικαιώματα για
εκπαίδευση κάθε
σχολικού επιπέδου που καθορίζει ο νόμος
ανεξαρτήτως από την κοινωνική θέση, από
την εθνικότητα, τη γλώσσα, το γένος, τη
θρησκεία», δεν ψηφίστηκε ποτέ.
Στις εγγενείς οικονομικές δυσκολίες και
τα πρακτικά προβλήματα υλικοτεχνικής
υποδομής, που έπρεπε να αντιμετωπιστούν,
ήρθαν να προστεθούν η επίμονη άρνηση της
αλβανικής κυβέρνησης να καταργήσει το
καθεστώς των μειονοτικών ζωνών, εντός
των οποίων μόνο επιτρέπεται η
λειτουργία μειονοτικών σχολείων - άρα
απαγορεύεται και η λειτουργία σχολείων
για παράδειγμα στη Χιμάρα με 90% του
πληθυσμού να είναι Έλληνες - και η
απαγόρευση της διδασκαλίας της
ελληνικής ιστορίας και του πολιτισμού
στα μειονοτικά σχολεία. Τα
δεδομένα Εδώ και τρία
περίπου χρόνια παρακολουθούμε τα
σχολεία όπου φοιτούν οι Έλληνες στην
Αλβανία και ιδιαίτερα στο νομό
Αργυροκάστρου, όπου και διαθέτουμε
στοιχεία από το 1992-1993, ένα χρόνο μετά τη
μεγάλη φυγή προς την Ελλάδα. Συγκριτικά
τα φετινά δεδομένα δείχνουν πως από τα 40
αναγνωρισμένα ως «μειονοτικά»,
από το καθεστώς του Χότζα, χωριά του
Αργυροκάστρου, σήμερα μόνο 17
παρουσιάζουν μαθητική κίνηση. Από αυτά
τα 9 παρουσιάζουν βιωσιμότητα και τα
υπόλοιπα έχουν από 5 μαθητές,
και κάτω και το επόμενο έτος
είναι συζητήσιμο εάν θα λειτουργούν. Η
Δερόπολη το 1992 διέθετε 1658 μαθητές και
μαθήτριες και το σχολικό έτος 2001-2002
μόλις 437, ενώ σε σχέση με το περσινό
σχολικό έτος έκλεισαν
10 σχολεία και φοιτούν 100 μαθητές
λιγότεροι.
Παράρτημα -Πίνακας 2). Όσον
αφορά το ελληνικό σχολείο στην πόλη του
Αργυροκάστρου, το οποίο ιδρύθηκε πριν 6
χρόνια και κάθε έτος εγγράφονταν 25 με 30
μαθητές, φέτος εγγράφησαν μόνο 9 νέοι
μαθητές και συνολικά διαθέτει 106, με
προοπτική να ελαττωθούν στους μισούς το
επόμενο σχολικό έτος.
Η ίδια και
πιο τραγική κατάσταση επικρατεί και σε
άλλες περιοχές, όπου ζει η ελληνική
μειονότητα, όπως στους Αγίους Σαράντα,
Πρεμετή, Χιμάρα, ενώ την ίδια στιγμή, το
Αρσάκειο, σχολείο που λειτουργεί στα
Τίρανα, αντιμετωπίζει συχνά προβλήματα
τόσο από πολιτικούς όσο και από
εθνικιστικούς, παρακρατικούς
κύκλους, οι οποίοι στηρίζουν την κριτική
τους τόσο στο ασαφές του νομοθετικού
πλαισίου όσο και στον ελληνικό
χαρακτήρα της
εκπαίδευσης. Η
ανυπαρξία νομοθετικού πλαισίου σχετικά
με την εκπαίδευση και οι περιορισμοί που
παρεμβάλλονταν στη λειτουργία των
κρατικών μειονοτικών σχολείων οδήγησαν
το ελληνικό στοιχείο στην υιοθέτηση της
λύσης της ίδρυσης φροντιστηρίων
αποκλειστικά για την ελληνική γλώσσα, τα
οποία χρηματοδοτούνταν από πολίτες και
βορειοηπειρωτικές οργανώσεις. Παρ’
όλες τις αρχικές δυσκολίες για την
εξασφάλιση αιθουσών και διδασκάλων με
επαρκές επιστημονικό επίπεδο, τελικά
λειτούργησαν φροντιστήρια στο
Αργυρόκαστρο, στο Μπεράτι, στη Χιμάρα,
στην Κορυτσά, Πρεμετή, Τεπελένι, ακόμη
και στην πρωτεύουσα Τίρανα. Τα 110
φροντιστήρια, που λειτουργούν σήμερα,
είναι ένας «θεσμός», που λειτουργεί και
στηρίζει τη μειονοτική εκπαίδευση όχι
όμως χωρίς εμπόδια και δυσκολίες (Παράρτημα
-Πίνακας 1 ). Συμπερασματικές
παρατηρήσεις H
εκπαίδευση της ελληνικής μειονότητας
δοκιμάζεται από εγγενή προβλήματα, από
φόβους, επιφυλάξεις και καχυποψία του
αλβανικού κράτους απέναντι στην
ελληνική παιδεία. Aλλαγή
των συνθηκών μπορεί να υπάρξει εφόσον το
Αλβανικό κράτος, κατορθώσει και πείσει
με τις ενέργειές του τα μέλη της
ελληνικής κοινότητας ότι δεν υπάρχει
κίνδυνος αφομοίωσής τους από την
κυρίαρχη ομάδα και απώλειας της
πολιτισμικής τους ταυτότητας. Έτσι
θα βοηθήσει με τη συγκεκριμένη πολιτική τους
Έλληνες να αισθανθούν την ανάγκη να
μοιραστούν με την κυρίαρχη και ευρύτερη
κοινότητα μερικές κοινές αξίες και να
αγωνιστεί από κοινού για την επίλυση των
προβλημάτων της κοινής τους
καθημερινότητας, τα οποία είναι
έντονα και ολοένα βαθαίνουν.
Kύρια
αιτία για την αποτυχία του
εκπαιδευτικού συστήματος της Αλβανίας
σχετικά με την ελληνική μειονότητα, στον
ένα από τους βασικούς διεθνείς στόχους
του, είναι η ανεπαρκής εκπαιδευτική
πολιτική σε ζητήματα που αφορούν την
εκπαίδευση γλωσσικών, κοινωνικών,
πολιτισμικών μειονοτήτων. H κοινωνική
και πολιτισμική αλλά και οικονομική
αναπτυξιακή πραγματικότητα
της περιοχής και η διαφορετικότητα που
τη χαρακτηρίζει, λόγω διεθνών
δεσμεύσεων, την εκπαίδευση, αφενός
δημιουργούν τις προϋποθέσεις για μια
διαφορετική και ολοκληρωμένη
προσέγγιση και αφετέρου απαιτούν ένα
άλλο πρόγραμμα. H μειονοτική εκπαίδευση
έχει ανάγκη από ευκαιρίες για
συνεργασία μεταξύ εκπαιδευτικών και από
κοινά προγράμματα. O σεβασμός στη
διαφορά δεν αποκλείει την ενίσχυση των
κοινών χαρακτηριστικών. H επίτευξη αυτού
του στόχου προϋποθέτει
παιδεία που θα λαμβάνει υπόψη της,
τις κοινωνικές και πολιτισμικές
ιδιαιτερότητες της
μειονότητας και θα συνδυάζει την
καλλιέργεια στοιχείων που οδηγούν στη
διαφοροποίηση με στοιχεία που προωθούν
την ενσωμάτωση. Παιδαγωγική θεωρία και
εκπαιδευτική εμπειρία παρέχουν την
εγγύηση για μια επιτυχημένη παρέμβαση,
εκεί όπου σήμερα η παιδεία
αντιμετωπίζει μια παρατεταμένη κρίση. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Το
κείμενο αποτελεί μέρος μίας ευρύτερης
μελέτης για το εκπαιδευτικό ζήτημα της
ελληνικής κοινότητας στην Αλβανία και
την κοινωνία, που δημοσιεύεται στο
περιοδικό της Παιδαγωγικής Σχολής
Φλώρινας του
Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου
Θεσσαλονίκης ΜΑΚΕΔΝΟΝ τ. 9. Χειμώνας
2001-2002 σελ. 344-362.
|