Για
την Τουρκία
Του
Φάνη Μαλκίδη «Η
Τουρκία είναι το κέντρο του κόσμου»
Χουσεϊν
Κιβρίκογλου Αφού
οι Δελφοί πλέον έπαψαν πλέον να
αποτελούν κέντρο για τον πλανήτη εδώ και
αιώνες η γειτονική χώρα έπρεπε να
καλύψει το κενό. Είναι γεγονός ότι μόνο
τα τελευταία χρόνια η Τουρκία αποτέλεσε
μέρος μιας μελέτης στον ελληνικό
πανεπιστημιακό χώρο αλλά και αυτό της
πολιτικής και της διανόησης. Πριν η
συζήτηση περιοριζόταν σε «ειδικούς» του
Υπουργείο των επί των εξωτερικών, οι
οποίοι εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων δεν
μπόρεσαν να εξηγήσουν ποτέ το κεμαλικό
περιεχόμενό της, δηλαδή το φασισμό και
το ρατσισμό. Η
«τουρκική ιδιαιτερότητα» και η
αναγκαιότητα ένταξής της στην Ευρωπαϊκή
Ένωση, στην οποία αναπέμπουν οι
μαθητευόμενοι μάγοι, σύμβουλοι και
λοιπές «δημοκρατικές δυνάμεις» περί την
διαχείριση των σχέσεων με την Τουρκία,
και που αναλώνεται συνεχώς στην εγχώρια
ελλαδική προπαγάνδα, προέρχεται από το
ταυτόσημο επιχείρημα των Τούρκων
επισήμων και μη για τον χαρακτήρα του
καθεστώτος, με άμεσο ή έμμεσο στόχο τη
συντήρηση και αναπαραγωγή του. Η διαφορά
είναι ότι οι ξένοι, όταν επικαλούνται
την «ιδιαιτερότητα», φαίνεται να
αγνοούν την αενάως ανακυκλούμενη
ιστορία της έλλειψης δημοκρατικού και
δικαιοκρατικού πνεύματος, κάτι που οι
Τούρκοι το γνωρίζουν πολύ καλά, αλλά το
αποδέχονται και το επιδιώκουν. Κοινώς η
δήλωση του Γ. Παπανδρέου για σωστές
κινήσεις σχετικά με τα λευκά κελιά ή του
Ευάγγ. Βενιζέλου για κοινούς
οικονομικούς στόχους των δύο χωρών
παραπέμπουν στην άγνοια και στην
επιβεβαίωση αυτής της άποψης Σύμφωνα
με τον Εμρέ, από τους πιο διακεκριμένους
κοινωνιολόγους της γειτονικής χώρας, «επειδή
η Οσμανική Αυτοκρατορία έχασε τη
βιομηχανική επανάσταση, η οσμανική -
τουρκική γραμμή πολιτικής αλλαγής είναι
αδύνατο να αναλυθεί με τα κλασικά
πρότυπα που χρησιμοποιούνται στη Δύση.
Στο έργο του «Η Τουρκία κατά τον 21ο αιώνα»
διακρίνει δύο παρατάξεις: των «κρατικιστών
– επίλεκτων» (ελίτ) και των «παραδοσιακών
- φιλελευθέρων». Τώρα
τονίζει τις διαφορές ανάμεσα σε τρεις
επιμέρους κατηγορίες: πρώτον, οι
τανζιματιστές, εκ του Τανζιμάτ, την
οθωμανική περεστρόικα όπως την
ονομάζουν οι εδώ «αναλυτές», μόνο που
αντί για τη αλλαγή κατέληξε σε δολοφονία
και εκδίωξη κάθε τινός μη τουρκικού (Αρμένιοι,
Έλληνες, Σύριοι, κλπ),
που είναι θαυμαστές της Δύσης την
οποία και μιμούνται και «διά της βίας
μαθαίνουν να ανέχονται τους ανήκοντες
σε άλλα θρησκευτικά δόγματα πέραν του (ορθόδοξου)
σουνιτικού Ισλάμ». Δεύτερον,
οι «οπαδοί του κεμαλισμού», οι οποίοι
έχουν καταλάβει τί σημαίνει Δύση, αλλά
προκειμένου να φθάσουν στο επίπεδό της
είναι πεπεισμένοι ότι θα πρέπει «πρώτιστα
να λυτρωθούν από την κυριαρχία της».
Τρίτον, «οι οπαδοί της ρεμούλας» οι
οποίοι λατρεύουν το χρήμα και πέραν
αυτού δεν ανήκουν «ούτε στην Ανατολή
ούτε στη Δύση ούτε στον Βορρά ούτε στον
Νότο», έτσι ώστε κατά τα οικονομικά τους
συμφέροντα μπορεί να υποστηρίξουν
όποιες διαλυτικές του κράτους θέσεις,
έστω και αντιθετικές μεταξύ τους (όπως
για παράδειγμα το κουρδικό κίνημα, τον
ισλαμισμό, τη δυτικόστροφη πολιτική).
Εδώ μπορούμε να θυμηθούμε μικρά σε σχέση
με αυτά που δεν έρχονται στην επιφάνεια
σκάνδαλα τύπου Σουσουρλούκ και να
αντιληφθούμε την πραγματικότητα. Βεβαίως
εδώ και 70 χρόνια το βάθος της κεμαλικής
νοοτροπίας είναι τέτοιο που κυριαρχεί
επί των άλλων δύο φερόμενων και ως
ιδεολογιών, και η οποία τελικά δεν είναι
παρά μια τελική άρνηση όλων των απόψεων
που δεν έχουν ως κεντρικό πυρήνα έναν
ακραίο εθνικισμό τύπου
Ναζισμού, που λειτουργεί εις βάρος άλλων
εθνοτήτων. Και
με βάση τους υπολογισμούς, που έχουν
γίνει στην ίδια την Τουρκία, ο ετήσιος «τζίρος»
του χρήματος αυτού, με το οποίο «γίνονται
τρισεκατομμυριούχοι ακόμη και ζητιάνοι,
από τη μια μέρα στην άλλη», ανέρχεται στα
60 εκατομμύρια δολάρια. Συμπερασματικά
ως παρατήρηση μπορούμε να επισημάνουμε
το δεδομένο ότι απουσιάζει ολοσχερώς η
ουσιαστική δημοκρατία, ως αίτημα και ως
όραμα, ως στόχος, ως πραγματικότητα.
Βεβαίως από την ελλαδική και εσχάτως και
πρακτικώς και από την κυπριακή πλευρά με
τα γεύματα στηρίζεται το υπάρχον
καθεστώς σύμπραξης Γκρίζων Λύκων και
εισβολέων, πάνω στις οποίες και τίθενται
και οι βάσεις της αποκαλούμενης και
ελληνοτουρκικής προσέγγισης
ή φιλίας.
|