Ελεύθερα

 

Ο θρίαμβος του παραλόγου

(Επιχείρηση «Δούρειος Ίππος»)

 

Του Θωμά Στεφ. Σάρα

Αρχισυντάκτη

 

            Τα γεγονότα και οι πολιτικές εξελίξεις των ημερών μας, οι σχετιζόμενες με την «ελληνοτουρκική φιλία», το Κυπριακό, τη Θράκη και το ανατολικό Αιγαίο, δεν πρέπει να υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία, θα αποτελέσουν το επίκεντρο της έρευνας των αναλυτών του μέλλοντος.

            Εκείνο, πάντως, το οποίο θα προβληματίσει πραγματικά το μελλοντικό ερευνητή της σημερινής ελληνικής πραγματικότητας και θα αποτελέσει ένα στοιχείο προβληματισμού, είναι το πνεύμα και η διάθεση αποδοχής των ταπεινωτικών συμβιβασμών, που επιβάλλουν πάνω στον ελληνικό λαό επίδοξοι πολιτικοί «ηγέτες» με την ομόφωνη αποδοχή του πολιτικού κατεστημένου της χώρας.

            Το περίεργο είναι ότι τα τελευταία χρόνια τόσο η πολιτική ηγεσία του τόπου όσο και οι Έλληνες ψηφοφόροι γνώριζαν τους πραγματικούς στόχους και τις πολιτικές επιδιώξεις της Άγκυρας σε βάρος των εδαφών της ελληνικής επικράτειας καθώς και τις απαιτήσεις της σε βάρος των κυπριακών εδαφών. Παρ’ όλ’ αυτά, κανένας απολύτως δεν φάνηκε διατεθειμένος να αντιδράσει ή και, ακόμη περισσότερο, ενημερώσει υπεύθυνα τον ελληνικό λαό. Και όμως, την τελευταία περίοδο καθημερινά γινόμαστε μάρτυρες γεγονότων, για τα οποία σε παλαιότερες εποχές θα είχαν εκδηλωθεί κινητοποιήσεις, αντιδράσεις και λαϊκές διαμαρτυρίες.

            Κάτι το οποίο φαίνεται ότι κατόρθωσαν να το ξεπεράσουν εκείνοι που χαράσσουν την πολιτική της ελληνοτουρκικής προσέγγισης, και την οποία φρόντισαν τόσο επιμελημένα να την επιχρυσώσουν με τα ευρωπαϊκά κανδύλια και να εξουδετερώσουν με τον χρόνο κάθε αντίδραση και κάθε αντιπολιτευτική διάθεση προς το πρόγραμμα.

            Και πρέπει να ομολογήσουμε ότι τόσο στρατηγικοί εγκέφαλοι αυτού του ατιμωτικού σχεδίου σε βάρος του περήφανου ελληνικού λαού, όσο και οι ντόπιοι πολιτικοί λακέδες και όργανά τους στην Αθήνα, εργάσθηκαν με υπομονή και επιμονή όλα αυτά τα χρόνια. Δημιούργησαν λαϊκές υποδομές αποδοχής της ιδέας της πολιτικής με τη διάθεση εκατομμυρίων δολαρίων σε προγράμματα δημιουργίας ομάδων «φωτισμένων» πολιτών, οι οποίοι θα γίνονταν οι ευαγγελιστές της νέας πολιτικής πραγματικότητας της ελληνοτουρκικής προσέγγισης και φιλίας.

            Όπως έχω αναφερθεί και στο παρελθόν, οι αρχιτέκτονες αυτών των σχεδιασμών ήταν ο δδρ. Κίσιγκερ, ως ο κύριος μοχλός και ο κεντρικός άξονας της διαμόρφωσης της νέας πολιτικής τάξης με τη συνεργασία και βοήθεια του τότε γενικού γραμματέα (γ.γ.) του ΝΑΤΟ Λουνς και ενός αριθμού Ευρωπαίων ηγετών, οι οποίοι απέβλεπαν στην εκμετάλλευση των μεγάλων φυσικών πόρων και των αγορών της Τουρκίας. Ήδη οι βάσεις αυτής της πολιτικής είχαν μπει στα χρόνια της πρώτης πρωθυπουργίας του Ανδρέα Παπανδρέου με την ομόφωνη γνώμη, συνδρομή και αποδοχή του ηγέτη της αντίπαλης πολιτικής παράταξης του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. Υπεύθυνος για τη δημιουργία υποδομής γεφυρών και την προώθηση της ιδέας αναγκαιότητας της «ελληνοτουρκικής φιλίας» είχε αποφασισθεί να διορισθεί ο γιος του τότε πρωθυπουργού, Γιώργος Παπανδρέου. Ο τελευταίος, με την υλική βοήθεια εκατομμυρίων δολαρίων του ΝΑΤΟ και του υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ, εργαάσθηκε συντονισμένα και με διορατικότητα, δημιουργώντας έναν αριθμό θεσμών και οργανώσεων, οι οποίες θα προωθούσαν την πολιτική και θα βοηθούσαν για την αποδοχή της από τις μεγάλες λαϊκές μάζες.

            Έτσι δημιουργήθηκαν οι γνωστές οργανώσεις «δημοσιογράφοι του Αιγαίου» ή «Επιτροπή Ελληνοτουρκικής Φιλίας», τα βραβεία Ιπεκτσί, οι γυναικείες οργανώσεις για την προσέγγιση με την Τουρκία, τα δημοσιογραφικά «ενημερωτικά» σεμινάρια της Σαμοθράκης, οι ανταλλαγές εκπροσώπων μεταξύ των δύο διοικητικών μηχανισμών, οι διοργανώσεις κοινών ελληνοτουρκικών, καλλιτεχνικών εκδηλώσεων και τόσα άλλα.

            Στις δύο περίπου δεκαετίες, που ακολούθησαν από την πρώτη εφαρμογή αυτών των σχεδίων και με το θάνατο του Ανδρέα Παπανδρέου, άλλαξε ριζικά και η εικόνα και το πολιτικό σκηνικό της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης. Κάθε εθνικιστικό στοιχείο ή άτομο, το οποίο εκδήλωνε εθνικιστικές τάσεις, απομακρύνθηκε με τον καιρό από την κυβέρνηση καθ’ υπόδειξη της Ουάσιγκτον και του ΝΑΤΟ. Το ίδιο συνέβη και με κάθε πολιτικό ο οποίος διαφώνησε καθ’ οιονδήποτε τρόπο με την εφαρμογή των πολιτικών υποδείξεων ή πίστεψε ότι αυτές προσβάλλουν την αξιοπρέπεια του ελληνικού λαού ή στρέφονται ενάντια στα εθνικά συμφέροντα της χώρας.

            Τα τελευταία θύματα αυτής της πολιτικής «κατατόμησης» ήταν ο Θεόδωρος Πάγκαλος, πρώην υπουργός Εξωτερικών των κυβερνήσεων Σημίτη και, τέλος, ο Άκης Τσοχατζόπουλος, ο οποίος ως υπουργός Εθνικής Άμυνας, όχι και λίγες φορές προσπάθησε να τροχοπεδίσει την ταχύτητα εφαρμογής του πολιτικού προγράμματος της εκποίησης ελληνικών εθνικών εδαφών στην Τουρκία, την οποία διαπραγματευόταν μυστικά ο αντικαταστάτης του κ. Πάγκαλου στη θέση του υπουργού Εξωτερικών.

            Για την προαγωγή αυτή του Γιώργου Παπανδρέου στο αξίωμα του πρώτου διπλωμάτη της Ελλάδας και κύριου εκφραστή και αρχιτέκτονα της εξωτερικής πολιτικής, έχω αναφερθεί κατ’ επανάληψη και στο παρελθόν. Εκείνο, ωστόσο, που θεωρώ αξιόλογο και σημαντικό, είναι το γεγονός ότι πρώτος ο Γιώργος Παπανδρέου μίλησε για ύπαρξη «τουρκικής μειονότητας» στη δυτική Θράκη και τα νησιά και πρώτος αναφέρθηκε στην ανάγκη εκχώρησης ορισμένων εδαφών στην Τουρκία από εκείνα που διεκδικεί, προκειμένου να δημιουργηθούν συνθήκες «πάγιας και μόνιμης ειρήνης» και να απαλλαγούμε από το άγχος και την ψυχολογία κάποιας πολεμικής περιπέτειας. Αυτά, φυσικά, όπως ακριβώς τα διατύπωσε ο Έλληνας υπ. Εξ. κατά τη διάρκεια επίσκεψής του στο Τορόντο.

            Το βέβαιο είναι ότι ο Γιώργος Παπανδρέου, σε συνεργασία με τον ομότιμό του εκπρόσωπο της Άγκυρας και προστατευόμενο επίσης της Ουάσιγκτον και του ΝΑΤΟ, Ισμαϊλ Τζεμ, προχώρησε στην αποδοχή όρων και παραχωρήσεων έναντι των εδαφικών διεκδικήσεων των στρατοκρατών της Άγκυρας, τις οποίες δεν θα μπορούσε να διανοηθεί ποτέ Έλληνας πολιτικός. Και από αυτή την άποψη ο Έλληνας υπ. Εξ. απέδειξε ότι πραγματικά ήταν ο πραγματικός διαπραγματευτής των τυχών του λαού και της χώρας.

            Με τη βοήθεια μας άριστα οργανωμένης προπαγανδιστικής μηχανής και την εξαγορά της «ομόφωνης γνώμης» ενός σοβαρού αριθμού των μέσων μαζικής ενημέρωσης, ο υπ. Εξ. της Ελλάδας κατόρθωσε να επιβάλει στον ελληνικό λαό την ιδέα των πολιτικών του δοξασιών. Σε αυτό, φυσικά, βοήθησαν και τα ασταμάτητα εκατομμύρια δολαρίων χρηματοδότησης του προγράμματος από την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), το ΝΑΤΟ και την Ουάσιγκτον.

            Μια πολιιτκή αλυσιδωτών, μυστικών υποχωρήσεων στο Κυπριακό, το Θρακικό και τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της Τουρκίας ήρθαν να ενισχύσουν τις απαιτήσεις της Άγκυρας, ενώ παράλληλα έγιναν αιτία «σκλήρυνσης» της στάσης της στο τραπέζι των διπλωματικών πάρε-δώσε. Με το προηγούμενο της κατ’ αρχάς αποδοχής του εκπροσώπου της Αθήνας μιας σειράς θεμάτων ως «υπό συζήτηση» η Άγκυρα ξαφνικά φάνηκε τελείως αδιάλλακτη στο Κυπριακό, το Αιγαίο και το Θρακικό.

            Κάτω από το φως αυτών των εξελίξεων και υπό την ανοικτή πλέον απειλή «ανάληψης δράσης» για τη διασφάλιση των συμφερόντων της η κυβέρνηση της Τουρκίας άρχισε να διατυπώνει ανοιχτά τις σκέψεις της για την πιθανότητα τροχοπέδησης των προσπαθειών δημιουργίας ευρωστρατού.

            Παράλληλα, και πιεζόμενη από τα χρονικά περιθώρια ρύθμισης των διαφορών της προτού αρχίσει συνομιλίες εισόδου της  στην ευρωπαϊκή οικογένεια, προχώρησε σε διπλωματικές ενέργειες, οι οποίες αφ’ ενός εξέθεσαν την ελληνική κυβέρνηση, αφ’ ετέρου δε άφησαν να διαφανούν οι πραγματικές προθέσεις της στο Κυπριακό.

            Μια από τις αρχικές ενέργειες της Άγκυρας ήταν η έκδοση ΝΟΤΑΜ και απαιτούσε την υποβολή σχεδίων πτήσεων από τα αεροσκάφη της πολιτικής αεροπορίας της Ελλάδας κατά την πτήση τους από τη Ρόδο προς την Κύπρο και αντίστροφα. Η ΝΟΤΑΜ αυτή ουσιαστικά εκδόθηκε στις 24 Οκτωβρίου 2001, αλλά κρατήθηκε μυστική από τις υπηρεσίες του υπουργείου Εξωτερικών και την κυβέρνηση, για να μην υπάρξουν λαϊκές αντιδράσεις στην εφαρμογή του σχεδίου «Δούρειος Ίππος».

            Με την είσοδο του νέου έτους η πολεμική αεροπορία της Τουρκίας άρχισε πλέον ανοιχτές καθημερινές παραβιάσεις του εναέριου χώρου του Αιγαίου. Ενδεικτικές της νέας κατάστασης στις σχέσεις των δύο χωρών είναι οι δηλώσεις του Έλληνα υπ. Άμυνας, Γιάννη Παπαντωνίου, ο οποίος τις χαρακτήρισε τρικυμιώδεις.

 

Τα «αίτια»

 

            Σύμφωνα με πληροφορίες μου, ο λόγος αυτής της αιφνίδιας αλλαγής της νοοτροπίας των στρατοκρατών της Άγκυρας υπήρξε η «αδυναμία» του Έλληνα υπ. Εξ. να αποδεχθεί και συνομολογήσει το «δίκαιο» των τουρκικών διεκδικήσεων, όπως αυτές είχαν παρουσιασθεί από τη μελέτη της επιτροπής «σοφών», που διόρισαν οι δύο κυβερνήσεις.

            Στις συζητήσεις του με τον Τούρκο ομόλογό του, αναφέρεται ότι ο Έλληνας υπ. Εξ. επέμενε στη βαθμιαία και με τα χρόνια ικανοποίηση αυτών των απαιτήσεων μέσα στα πλαίσια των νέων διοικητικών δομών της ΕΕ, μέλη της οποίας θα είναι και οι δύο γείτονες. Με τον τρόπο αυτόν, επέμενε ο Έλληνας υπ. Εξ., μπορεί να γίνουν όλα χωρίς να υπάρξει πολιτικό κόστος για την Αθήνα. Τη λογική αυτή, ωστόσο, συνέχισαν να απορρίπτουν οι στρατοκράτες της Άγκυρας, ισχυριζόμενοι ότι, σε περίπτωση εισόδου στην ευρωπαϊκή οικογένεια με τη σημερινή άνομη πραγματικότητα, ουσιαστικά είναι σαν να παραιτούνται των διεκδικήσεων των δικαίων τους στο Αιγαίο. Για τον Έλληνα υπ. Εξ. και την κυβέρνηση Σημίτη ήταν μια περίοδος δοκιμασίας, από την οποία θα μπορούσε να τους βγάλει μόνον η Ουάσιγκτον.

 

«Προσωπικό του στοίχημα»

 

            Αντιδρώντας στην κριτική, που είχε δεχθεί όταν πρωτάρχισε η εφαρμογή της πολιτικής του, ο Γιώργος Παπανδρέου είχε χαρακτηρίσει την όλη δομή ως «προσωπικό του στοίχημα». Με άλλα λόγια προσπάθησε να τονίσει ότι πίστευε πως μπορούσε να πείσει την Τουρκία να παραιτηθεί των διεκδικήσεών της. Ήταν πραγματικά μια έντονη ένδειξη της «απειρίας και άγνοιας» του αμερικανογεννημένου υπ. Εξ. της Ελλάδας γύρω από την ιστορία, τη φύση και την προσωπικότητα της Τουρκίας. Αυτός, εξάλλου, ήταν κι ο λόγος που ο ομιλητής δήλωσε ότι με την εφαρμογή της πολιτικής του το μόνο που κινδυνεύει είναι η δική του προσωπική πολιτική σταδιοδρομία, ενώ σε αντίθετη περίπτωση κερδίζει η Ελλάδα.

            Ήταν ίσως η πρώτη φορά στην ιστορία της χώρας που οι τύχες της και εκείνες του ελληνικού λαού γίνονταν «χάντρες στο πολιτικό κομπολόι» του αμερικανογεννημένου πολιτικού, γεγονός ενδεικτικό της νοοτροπίας και πολιτικής φιλοσοφίας του «σοσιαλιστή μονοκράτορα», ο οποίος κατόρθωσε να καταλάβει το υπουργείο του με τη βοήθεια πανίσχυρων εντολοδόχων του.

            Περιέργως, ωστόσο, και αντί να υπάρξει αλλαγή της πολιτικής της Άγκυρας, με νέα ανακοίνωσή του το ανδρείκελο των στρατοκρατών στην κατεχόμενη Κύπρο εξέδωσε δική του ΝΟΤΑΜ, με την οποία διεκδικούσε δικό του εναέριο χώρο. Παράλληλα ο Τούρκος πρωθυπουργός, Μπουλέντ Ετζεβίτ, επαναλάμβανε προκλητικά τα περί «πραγματικοτήτων στην Κύπρο, την ύπαρξη δύο κρατών και δύο εθνών», προσθέτοντας ότι θα πρέπει να γίνουν αποδεκτές αυτές οι «πραγματικότητες» για να υπάρξει λύση. Ήταν αυτά τα γεγονότα, τα οποία άρχισαν να προβληματίζουν την Αθήνα για το εάν και κατά πόσον η πολιτική Παπανδρέου οδηγούσε σε κάποιο σημείο επίλυσης των προβλημάτων.

            Περιέργως, ωστόσο, και «κατά σύμπτωση» έγινε έγινε γνωστό ότι σε χάρτη, που συνέταξε υπηρεσία του ΝΑΤΟ, δεν υπάρχουν δεδηλωμένα θαλάσσια σύνορα μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Σύμφωνα με την Αθήνα, η κυβέρνηση διαμαρτυρήθηκε για την «αφαίρεση της θαλάσσιας οριογραμμής του Αιγαίου» στο ΝΑΤΟ και το Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Εκείνο που δεν σχολίασε ο εκπρόσωπος ήταν το ότι με τον τρόπο αυτόν αφήνονταν ανοικτοί «οι άνεμοι» των απαιτήσεων της Τουρκίας, η οποία τα τελευταία χρόνια συνεχίζει να απειλεί με ανάληψη δράσης.

            Ακολούθησε η επίσκεψη Σημίτη στην Ουάσιγκτον, τελείως υποβαθμισμένη. Ο Έλληνας πρωθυπουργός έγινε δεκτός με ψυχρότητα και αγνοήθηκε από τον τύπο των ΗΠΑ. Σε αντίθεση, ο υπ. Εξ., Γιώργος Παπανδρέου, που τον συνόδευε, έγινε δεκτός με «εναγκαλισμούς» από τον οικοδεσπότη του Λευκού Οίκου. Το βέβαιο πάντως είναι ότι στον Έλληνα πρωθυπουργό έγιναν «φιλικές υποδείξεις» για την ανάγκη κάποιου συμβιβασμού τόσο στο Κυπριακό όσο και στο Αιγαίο, με τους οποίους ουσιαστικά φαίνεται ότι συμφωνούσε ο υπ. Εξ. και οι σύμβουλοί του. Προς τιμήν του, ο κ. Σημίτης τόνισε την αδυναμία και απροθυμία του να διαπραγματευθεί έστω και το παραμικρότερο των δικαιωμάτων του λαού και της χώρας.

            Φαίνεται ότι η στάση αυτή του Έλληνα πρωθυπουργού πραγματικά προβλημάτισε την αμερικανική διοίκηση, η οποία πίστευε ότι με την επίσκεψη αυτή θα κατόρθωνε να αποσπάσει τη συγκατάθεση της Αθήνας για τις «συμβιβαστικές αποδοχές». Αντιδρώντας η Ουάσιγκτον περιορίστηκε να ακυρώσει τη συνάντηση Σημίτη με τον αντιπρόεδρο των ΗΠΑ, που είχε προγραμματισθεί από καιρού. Ενδεικτικές αυτής της πραγματικότητας ήταν οι δηλώσεις του αρχηγού του ΔΗΚΚΙ, Τσοβόλα, ο οποίος κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι συνεχίζει τη μυστική διπλωματία και αποκρύπτει από τον ελληνικό λαό ουσιαστικά προβλήματα, που υπάρχουν σε σχέση με τα εθνικά ζητήματα.

            Σε απόλυτη αντίθεση με την υποδοχή Σημίτη ακολούθησε η επίσκεψη και υποδοχή του πρωθυπουργού της Τουρκίας, Μπουλέντ Ετζεβίτ, από την αμερικανική διοίκηση. Ο Τούρκος πρωθυπουργός συναντήθηκε με τον πρόεδρο και αντιπρόεδρο των ΗΠΑ και έλαβε διαβεβαιώσεις, ότι η Ουάσιγκτον τον έβλεπε και τον θεωρούσε φίλο της. Στο θέμα του ευρωστρατού ο Τούρκος πολιτικός δήλωσε ότι θα «ξεπεραστούν οι ανυπόστατες αμφιβολίες της Ελλάδας».

            Αντίθετα δε με την επίσκεψη Σημίτη, τόσο η “New York Times” όσο και η “Wall Street Journal”, η “Washington Post” και άλλες εφημερίδες ασχολήθηκαν με θετική αρθρογραφία για την Τουρκία με την επίσκεψη Ετζεβίτ.

            Μιλώντας κατά τη διάρκεια συνέντευξης, ο Τούρκος πρωθυπουργός απέρριψε το ενδεχόμενο προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για την επίλυση των διαφορών που έχει με την Ελλάδα, και τόνισε ότι το ζήτημα του Αιγαίου «δεν είναι νομικό αλλά πολιτικό». Αναφέρθηκε, ακόμη, για «ισότιμα δικαιώματα» στο Αιγαίο και δήλωσε ότι συνεχίζονται μυστικές διαπραγματεύσεις μεταξύ Τζεμ και Παπανδρέου σχετικά με το Αιγαίο και τις τουρκικές απαιτήσεις.

            Η είδηση είδε το φως της δημοσιότητας σαν «κεραυνός εν αιθρία». Ήταν η πρώτη φορά που υπεύθυνος πολιτικός δήλωνε ότι πράγματι υπάρχει «μυστική διπλωματία» και ότι η ελληνική κυβέρνηση διαπραγματεύεται τα στάτους κβο στο Αιγαίο.

            Σχολιάζοντας τις δηλώσεις Ετζεβίτ, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος στην Αθήνα δήλωσε ότι «αν ο κ. Ετζεβίτ θέλει να εγείρει κάποιο θέμα γύρω από το Αιγαίο και θεωρεί ότι έχει δίκιο, έχει όλη τη δυνατότητα να προσφύγει στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης».

            Παρ’ όλ’ αυτά, η Αθήνα συνέχισε να επιμένει στην άσκηση της ίδιας πολιτικής έναντι της Τουρκίας. Με δικές του δηλώσεις, εξάλλου, ο υπ. Εξ. της Ελλάδας έσπευσε να διαψεύσει τους ισχυρισμούς υου Ετζεβίτ περί «μυστικών επαφών» του με τον Τούρκο ομόλογό του, Ισμαϊλ Τζεμ. Σύμφωνα με τον ομιλητή, ο ίδιος «δεν διαπραγματεύεται κυριαρχικά δικαιώματα» και η μόνη οδός για την Τουρκία είναι η προσφυγή στη Χάγη. Παράλληλα η Άγκυρα ζήτησε από την Αθήνα να απαγορεύσει την προσγείωση ελληνικών μαχητικών αεροσκαφών στο αεροδρόμιο της Λήμνου, επειδή θεωρεί ότι το νησί αποτελεί αποστρατικοποιημένη ζώνη.

            Ακολούθησε η διαφωνία με την πολιτική Παπανδρέου και η παραίτηση του υφυπουργού Εξ., Ζαφειρόπουλου. Ο πρωθυπουργός, Κ. Σημίοτης, κάλυψε το Γιώργο Παπανδρέου και αποδέχθηκε την παραίτηση του υφυπουργού. Μέρες αργότερα αεροσκάφη της πολεμικής αεροπορίας της Τουρκίας προσπάθησαν να εμποδίσουν τη μετάβαση του υπ. Άμυνας, Γιάννου Παπαντωνίου, στην Κύπρο. Τα τουρκικά αεροσκάφη παραβίασαν τον ελληνικό εναέριο χώρο. Το αποτέλεσμα ήταν να κινηθεί η μισή δύναμη της ελληνικής πολεμικής αεροπορίας, προκειμένου να συνεχίσει το ταξίδι του ο υπουργός.

            Με δηλώσεις του Τούρκου υπ. Εξ. έγινε γνωστό ότι «αρχίζουν συνομιλίες» μεταξύ του και του Γιώργου Παπανδρέου για την επίλυση των διαφορών. Σύμφωνα με τον Έλληνα υπ. Εξ., «δεν υφίσταται θέμα διαλόγου εφ’ όλης της ύλης με την Τουρκία».

            Νέες ομαδικές παραβιάσεις στον εναέριο χώρο του Αιγαίου σημειώνονται από τα τουρκικά αεροσκάφη. Παρ’ όλ’ αυτά, η κυβέρνηση επιμένει στην πολιτική της «επίθεσης φιλίας» προς την Άγκυρα, μολονότι η τελευταία υποστηρίζει την ανάγκη συζήτησης όλων των μονομερών διεκδικήσεών της στο Αιγαίο.

            Μιλώντας στην κατεχόμενη Κύπρο, ο Τούρκος αρχηγός στρατού, Χίλμι Οζκιόκ, απείλησε με πόλεμο ή με νέα τετελεσμένα, αν δεν δοθεί λύση στο Κυπριακό σύμφωνη με την επιθυμία Ντενκτάς.

            Δημοσίευμα ης τουρκικής ημερήσιας «Χουριέτ» αναφέρει ότι οι δύο υπ. Εξ. συμφώνησαν για μια νέα εποχή. Σύμφωνα μ’ αυτό αρχίζουν διερευνητικές επαφές σε επίπεδο υπουργείων. Ο κ. Τζεμ ισχυρίσθηκε ότι «για χρόνια τώρα η Τουρκία ήταν έτοιμη να συνεργασθεί με την Ελλάδα στην υπόθεση του Αιγαίου. Σύμφωνα, εξάλλου, με τον Έλληνα υπ. Εξ., Γιώργο Παπανδρέου, σήμερα υφίσταται καλύτερη ατμόσφαιρα στις σχέσεις των δύο κρατών από οιαδήποτε άλλη εποχή.

            Σε ομιλία του ο Τούρκος υπουργός Γκουρέλ, την οποία έδωσε στο Ινστιτούτο διεθνών σχέσεων Πράγας, τόνισε ότι «οι Έλληνες διακατέχονται από συμπλέγματα και αισθάνονται μειονεκτικά έναντι της Τουρκίας». Κατανάλωσε δε τον χρόνο της ομιλίας του σε πολεμική εναντίον της Ελλάδας, την οποία θεώρησε υπεύθυνη για την κακοδαιμονία της Τουρκίας.

 

Έναρξη του διαλόγου

 

            Με κοινές δηλώσεις τους στη Νέα Υόρκη οι δύο υπ. Εξ. αναφέρθηκαν στη σημασία της έναρξης των διερευνητικών επαφών με στόχο την εξεύρεση σημείων σύγκλισης για την εξομάλυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Την ίδια μέρα έγινε γνωστό ότι τριάντα μαχητικά αεροσκάφη της Τουρκίας παραβιάζουν τον ελληνικό εναέριο χώρο στο Αιγαίο.

            Δημοσίευμα της ημερήσιας «Υουρκιγιέ» αναφέρει ότι σε μια χειρονομία καλής θέλησης η Τουρκία άρχισε να ειδοποιεί την Ελλάδα μέσω ΝΑΤΟ για τις ημερήσιες πτήσεις των πολεμικών της αεροσκαφών. Την ίδια μέρα 58 αεροσκάφη της πολεμικής αεροπορίας παραβίαζαν τον ελληνικό εναέριο χώρο χωρίς καμιά ειδοποίηση.

            Μιλώντας στον «Τύπο της Κυριακής» ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας (Ν.Δ.), Κώστας Καραμανλής, δήλωσε ότι «στόχος της Άγκυρας είναι η ανατροπή του καθεστώτος του Αιγαίου». Σε δική του συνέντευξη ο πρώην υπ. Εξ. και βουλευτής του ΠΑΣΟΚ Θεόδωρος Πάγκαλος στην «Ελευθεροτυπία» αναφέρει ότι «η χώρα δεν κυβερνάται και ότι η κυβέρνηση είναι χωρίς ευαισθησίες».

            Ακολουθεί η πληροφορία ότι οι Τούρκοι εξοπλίζουν τις δυνάμεις κατοχής της Κύπρου με νέα οπλικά συστήματα. Ο Τουρκοκύπριος ηγέτης, Ραούφ Ντενκτάς, παρ’ όλ’ αυτά, διαμαρτύρεται για την αγορά από την κυβέρνηση της Κύπρου ρωσικών ελικοπτέρων. Τέλος, γίνεται γνωστό ότι οι ΗΠΑ παραχωρούν δωρεάν στην Τουρκία έξι φρεγάτες “Knox”.

            Γίνεται γνωστό ότι ο Τούρκος υπ. Εξ., Ισμαϊλ Τζεμ, με επιστολή του προς τους 15 υπ. Εξ. της Ευρώπης, τα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, το γ.γ. Κόφι Ανάν και τον ύπατο εκπρόσωπο της κοινής εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ, Χαβιέ Σολάρα, επαναλαμβάνει τις πάγιες θέσεις της Τουρκίας για αναγνώριση «δύο λαών, δύο πολιτισμών και δύο κρατών σε ένα νέο συνεταιρισμό στην Κύπρο».

            Μολονότι η επιστολή είχε ληφθεί από την Αθήνα, η λευκωσία διαμαρτύρεται ότι δεν είχε ειδοποιηθεί εγκαίρως. Ολόκληρος ο τύπος των Αθηνών κατηγορεί την κυβέρνηση για απόκρυψη ή υποβάθμιση των συνεχών κρουσμάτων προκλητικής και αδιάλλακτης συμπεριφοράς της Τουρκίας. Ο τουρκικός τύπος αναφέρεται σε επικίνδυνη επίσκεψη Αμερικανών αξιωματικών στην Άγκυρα.

            Έγινε γνωστό ότι η διαδικασία των ελληνοτουρκικών συνομιλιών πρόκειται ν’ αρχίσει στις 26 Φεβρουαρίου στην Αθήνα μεταξύ των πολιτικών διευθυντών των δύο υπουργείων Εξωτερικών, πρέσβεων Α. Σκοπελίτη και Μπάκι Ιλκίν.

            Παρ’ όλ’ αυτά, την ίδια μέρα της αναγγελίας της έναρξης των συνομιλιών, σύμφωνα με ειδησεογραφία της τουρκικής ημερήσιας “Aksam”, ο Μπουλέντ Ετζεβίτ, πρωθυπουργός της Τουρκίας, δήλωνε ότι «εκτός και γίνει αποδεκτή η πραγματικότητα γύρω από την υπόθεση της Κύπρου, αυτό το πρόβλημα δεν είναι δυνατό να επιλυθεί. Υπάρχουν δύο λαοί και δύο κράτη στην Κύπρο. Οποιαδήποτε λύση θα πρέπει να αναζητηθεί πάνω σε αυτή την πραγματικότητα».

 

Ο θρίαμβος του παραλόγου

 

            Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία για τις αγαθές προθέσεις του Έλληνα υπ. Εξ., προθέσεις οι οποίες πέραν οποιουδήποτε άλλου λόγου αποτελούν μια υπηρεσία στη μνήμη του παππού και του πατέρα του, δύο καταξιωμένων πολιτικών της Ελλάδας. Εκείνο, ωστόσο, που με προβληματίζει, είναι οι συνθήκες, κάτω από τις οποίες προσπαθεί να προωθήσει μια υπόθεση η οποία μέσα από τις δομικές της παραμέτρους αποδεικνύεται ότι δεν οδηγεί πουθενά, αλλά οδηγεί σε πολύ επικίνδυνους σκοπέλους για το «καράβι Ελλάδα»

            Είναι βέβαιο ότι ο ελληνικός λαός, κουρασμένος από τις εκατόμβες θυσιών που πρόσφερε τα τελευταία εξήντα χρόνια, κάθε άλλο παρά δείχνει διάθεση για τη συνέχιση αυτής της παράδοσης, χωρίς όμως αυτό να προδικάζει ή επιτρέπει το σχηματισμό εσφαλμένων εντυπώσεων γύρω από αυτές τις προθέσεις του.

            Η ανάγνωση του άρθρου αυτού δεν αφήνει την παραμικρή αμφιβολία στον παρατηρητή για τις πραγματικές προθέσεις και επιδιώξεις της Τουρκίας. Την τέλεια έλλειψη καλής θέλησης καθώς επίσης και διάθεση ειλικρινούς συνεργασίας.

            Είναι βέβαιο ότι το καθεστώς των στρατοκρατών της Άγκυρας προσπαθεί πάση θυσία να προλάβει το τρένο της Ευρώπης, το οποίο και μόνο θα βοηθήσει να διατηρηθεί σαν κρατική οντότητα η Άγκυρα. Το κακό γι’ αυτούς είναι ότι δυστυχώς δεν έχουν αντιληφθεί το πνεύμα των καιρών και ακόμη περισσότερο δεν θέλουν να πιστέψουν ότι η «αυτοκρατορία» τους βρίσκεται τόσο κοντά στη δύση της. Κι’ ενώ είναι μαθηματικά αποδεδειγμένη η πτώχευση, που επέρχεται ολοταχώς, τόσο η Ουάσιγκτον με τους δικούς της «συνεργάτες» όσο και ο μωαμεθανικός κόσμος προσπαθούν να περισώσουν ότι είναι δυνατό να περισωθεί. Μαζί με αυτούς εμφανίζεται να πασχίζει και ο Έλληνας υπ. Εξ. από κάποια υποχρέωση προφανώς προς την Ουάσιγκτον.

            Είναι γνωστό ότι τους δύο τελευταίους μήνες η τουρκική διπλωματία και πολιτική έχουν επιδοθεί σε μια πραγματική εκστρατεία κατασυκοφάντησης και δημιουργίας αρνητικών εντυπώσεων για την Αθήνα με μια χωρίς προηγούμενο παραπληροφόρηση της διεθνούς κοινής γνώμης. Είναι επίσης γνωστό ότι η τουρκική διοίκηση συνεχίζει να αντιδρά στα σχέδια της Ουάσιγκτον για άνοιγμα μετώπου στο Ιράκ, υποστηρίζοντας ότι η πιθανή δημιουργία ανεξάρτητου Κουρδιστάν στο βόρειο Ιράκ θα αποτελέσει το προοίμιο της διαδοχικά απώλειας τουρκικών εδαφών.

            Με ξεκάθαρή του δήλωση ο Μπουλέντ Ετζεβίτ τόνισε στην Ευρώπη ότι η κυβέρνησή του δεν προτίθεται να καταργήσει την ποινή του θανάτου, να αναγνωρίσει την ύπαρξη κουρδικής εθνότητας και να προχωρήσει στην παροχή παιδείας στην κουρδική γλώσσα. Επιμένει στην ανάγκη αναγνώρισης από την Ευρώπη του απελευθερωτικού κινήματος των Κούρδων, ΡΚΚ, ως «τρομοκρατικής οργάνωσης» και τη σύλληψη των στελεχών της στις χώρες της Ευρώπης. Συνεχίζει να στρέφεται κατά της Ελλάδας και να στέλνει τελεσίγραφα μέσω των κέντρων διεθνούς διπλωματίας για τις προθέσεις του να επιτεθεί και να καταλάβει τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου σε λιγότερο χρόνο από δύο ώρες. Απειλεί ότι, εάν η κυβέρνηση της Κύπρου δεν αποδεχθεί τις απαιτήσεις και τους όρους τους, να προχωρήσει στην κατάκτηση (την χαρακτηρίζει απελευθέρωση) ολόκληρης της Κύπρου και την κατ’ ανάγκη αποδοχή των τουρκικών όρων από τους Ελληνοκύπριους.

            Παρ’ όλ’ αυτά, από πλευράς Αθηνών δεν φαίνεται να υπάρχει καμιά απολύτως σοβαρή αντίδραση στη διάβρωση, που υπόκειται το έθνος και η χώρα. Το διπλωματικό σώμα έχει απογυμνωθεί τελείως από αξιόλογα στελέχη, τα οποία εκδιώχθηκαν ή παραιτήθηκαν σε ένδειξη διαφωνίας. Η σημερινή εικόνα αυτής της υπηρεσίας παρουσιάζεται θλιβερή. Το έργο τους περιορίζεται μόνο στην επικύρωση εγγράφων και τη συλλογή χρημάτων με τη μορφή φορολογίας από τους απόδημους. Ένα συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο στην Ελλάδα κοστίζει 2.500 δρχ. ενώ στον Καναδά γύρω στα 300 δολάρια. Η επικύρωση υπογραφής στην Ελλάδα 500 δρχ., στην Αμερική και στον Καναδά 85 δολάρια. Ακόμη, υπήρξαν καταγγελίες ότι ορισμένοι «διπλωμάτες» της Αθήνας παρακολουθούν και «φακελώνουν» ομογενείς, οι οποίοι αντιδρούν στην εφαρμογή της πολιτικής «εκτρώματος» του σταθμάρχη της Ουάσιγκτον στην Αθήνα.

            Και όλ’ αυτά χάρη στην επιτυχία επιβολής των αρχών της πολιτικής ψυχολογίας του «ορνιθοτροφείου», σύμφωνα με την οποία οι λαϊκές μάζες βρίσκουν τροφή και περιορίζονται απλώς να τρώνε και να γεννούν, άπαξ και τους προσφέρεται το καλαμπόκι. Προκαλεί δε απορία το γεγονός ότι, ενώ στην Κύπρο ο Ντενκτάς επιμένει στην κατοχή του 30% των εδαφών του νησιού για το «κράτος» του, ο Έλληνας υπ. Εξ., αντί να αντιδράσει στην Αθήνα, αναφέρεται «τυχαία» στην πιθανότητα εναλλασσόμενης («εκ περιτροπής») προεδρίας στο νησί. Προσπαθούν να εξομοιώσουν το ένα σχεδόν εκατομμύριο Ελληνοκυπρίων με τις 180.000 Τουρκοκυπρίων.

            Ο πολιτικός κόσμος της Ελλάδας έχει σχεδόν αποκεφαλισθεί από ικανά ηγετικά στελέχη. Όλοι οι διαφωνούντες με τη «γραμμή» του ΝΑΤΟ, των Βρυξελλών και της Ουάσιγκτον σιγά σιγά βρέθηκαν έξω από την κυβέρνηση και αργότερα και έξω από το κοινοβούλιο.

            Πραγματικά περνούμε μια σκοτεινή και δύσκολη περίοδο ιστορίας του ελληνικού κράτους και των αδελφών του Εθνικού Κέντρου. Παρ’ όλ’ αυτά, αργά μα σταθερά, επέρχεται και η διάλυση της Τουρκίας.

            Στο θέμα αυτό θα επανέλθω στην έκδοση του Μαρτίου.

 

 

 

Ο Έλληνας υπ. Εξ., Γιώργος Παπανδρέου, ο «εκπορθητής» της πολιτικής βούλησης του ελληνικού λαού.

 

 

Greek Minister of Foreign Affairs George Papandreou: “The politics of the corruption of people.”