|
ΕΛΛΑΔΑ
Η θέση της μουσουλμάνας γυναίκας στη Θράκη Του Φανη Μαλκιδη Προς την κατεύθυνση υλοποίησης του στόχου συγκρότησης ελεγχόμενης μειονότητας εντάσσεται και η ενέργεια αποκλεισμού από την κοινωνική ζωή των μουσουλμανίδων. Χωρίς αμφιβολία η θέση της γυναίκας μουσουλμάνας είναι σαφώς κατώτερη από την ομόθρησκή της στην Τουρκία. Υπάρχει αποκλεισμός της από την κοινωνική και επαγγελματική ζωή και με το πρόσχημα της υπακοής στο θρησκευτικό νόμο με στόχο την πλήρη χειραγώγηση και περιθωριοποίησή της. Δεν είναι συμπτωματικό ότι μεγάλο ποσοστό ψυχοφαρμάκων, κυρίως αντικαταθλιπτικών, καταναλώνεται από τις γυναίκες σε ποσοστό δυσανάλογα μεγάλο σε σχέση με άλλες κατηγορίες πολιτών της χώρας μας. Το θέμα της υποδιέστερης θέσης της μουσουλμάνας ως αποτέλεσμα της χειραγώγησής της από τους θρησκευτικούς ηγέτες της μειονότητας είχε τεθεί από την καθγήτρια του Δ.Π.Θ.Ε. Λαγάνη στη συνεδρίαση, που είχε προκαλέσει η επιτροπή για την ασφάλεια και τη συνεργασία του Κογκρέσου των ΗΠΑ (Απρίλιος 1996) για τη Θράκη, όπου δεν πήρε απάντηση από τον Αντέμ Μπεκίρογλου. Η επιτροπή αυτή συστάθηκε το 1978 ως ανεξάρτητη υπηρεσία και λειτουργικά ανήκει στο Κογκρέσο. Αποτελείται από 18 μέλη, εννέα από κάθε νομοθετικό σώμα. Όπως είχαν εξηγήσει τότε τα στελέχη της επιτροπής, ήταν μια χαμηλού επιπέδου ενημέρωση, η οποία δεν προσέγγιζε το επίπεδο της ακρόασης. Η επιτροπή σε δημόσιες ακροάσεις και εκθέσεις της έχει ασκήσει έντονη κριτική στις κρατούσες συνθήκες ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Τουρκία, και έχει επισημάνει τον αυξανόμενο ισλαμικό φονταμενταλισμό με αποτέλεσμα την πρόκληση έντονων αντιδράσεων εκ μέρους της Άγκυρας. Για τη δημιουργία ισορροπιών όμως (…) η επιτροπή προγραμμάτισε χαμηλού επιπέδου ενημέρωση για τη Θράκη και προσκάλεσε και εκπρόσωπο της ελλαδικής κυβέρνησης, χωρίς όμως αυτή να συμμετάσχει. Εφόσον οι γονείς των μουσουλμανίδων είναι αρκετά «προοδευτικοί» σχετικά με την εκπαίδευση όπως και για άλλα ζητήματα, θα τις στείλουν στα έξι χρόνια τους στο δημοτικό σχολείο. Παράλληλα, όμως, είναι αρκετές οι περιπτώσεις, ιδίως στα απομακρυσμένα χωριά, όπου οι γονείς αποφασίζουν ότι τα καπνοχώραφα έχουν ανάγκη από όλα τα διαθέσιμα χέρια του σπιτιού, οπότε το κορίτσι υποχρεώνεται να μη μάθει καθόλου γράμματα. Ακόμη πιο συνηθισμένη είναι η περίπτωση, κατά τη διάρκεια του σχολικού έτους και λόγω του φόρτου των αγροτικών εργασιών, τα κορίτσια, και εάν χρειασθεί και τα αγόρια, να εγκαταλείπουν το σχολείο για μεγάλα χρονικά διαστήματα, για να βοηθήσουν την οικογένεια.Στην κατάσταση της περιορισμένης παιδείας πρέπει να προστεθεί ότι περίπου τα μισά παιδιά της μειονότητας, δηλαδή αθιγγανικής και πομακικής καταγωγής, έρχονται για πρώτη φορά σε επαφή με τον τουρκοκεντρικό χαρακτήρα της εκπαίδευσης και με την επίσημη ελληνική γλώσσα, ενώ ειδικώς τα κορίτσια μετά το μάθημα πάνε κατευθείαν στο σπίτι, χωρίς να αναπτύσσουν τα ελληνικά τους. Όσα κορίτσια τελειώσουν το δημοτικό, έχουν ελάχιστες πιθανότητες να συνεχίσουν τις σπουδές τους στο γυμνάσιο. Η μεγάλη πλειοψηφία αναλαμβάνει καθήκοντα νοικοκυράς μέσα στο σπίτι. Όσο απομακρύνεται κάποιος από τα αστικά κέντρα προς τις αγροτικές και απομακρυσμένες ορεινές περιοχές, τόσο μειώνεται μέχρι μηδενισμού μερικές φορές ο αριθμός των μαθητριών στα γυμνάσια. Υπάρχουν σήμερα οικισμοί, στους οποίους δεν υπάρχει γυναίκα που να έχει συνεχίσει τις σπουδές της στο γυμνάσιο. Το τέλος του γυμνασίου σημαίνει και το τέλος της εκπαίδευσης για τις μουσουλμάνες, που θα κατορθώσουν να φθάσουν τόσο ψηλά. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η πρώτη μουσουλμάνα σπουδάστρια της Ειδικής Παιδαγωγικής Ακαδημίας Θεσσαλονίκης εισήχθηκε μόλις το 1991. Από την άλλη, όμως, προωθείται μέσω των μηχανισμών του προξενείου η αποστολή των νεαρών μουσουλμανίδων γυναικών στην Τουρκία, σε ειδικά σχολεία, ανάλογα με αυτά που βγάζουν πολλές φορές τους άνδρες μέλη των ομάδων των Γκρίζων Λύκων της περιοχής.Η μουσουλμάνα γυναίκα παντρεύεται στα 14 με 16 χρόνια της αποκλειστικά με την επιλογή άλλων, χωρίς να είναι σπάνια η περίπτωση να παντρεύεται μικρότερη. Μετά το γλέντι του γάμου, που διαρκεί μια εβδομάδα, κλείνεται στο σπίτι των πεθερικών, όπου το γενικό πρόσταγμα έχουν οι γονείς του γαμπρού. Ο σύζυγος μπαρκάρει στα καράβια ή απασχολείται σε εργασίες που απαιτούν να λείπει πολλές ώρες από το σπίτι, και το νέο κορίτσι αναλαμβάνει πλήρως τις εργασίες του νέου σπιτιού, και μπαίνει στην υπηρεσία των πεθερικών της. Στα 20 με 22 της χρόνια έχει ήδη αποκτήσει δύο ή τρία παιδιά, οπότε οι ανάγκες του σπιτιού μεγαλώνουν, με αποτέλεσμα ο άνδρας να χρειάζεται να λείπει περισσότερες ώρες από το σπίτι, για να μπορέσει να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της οικογένειας. Η νεαρή κοπέλα μένει μόνη της, μέσα στην οικογένεια της πεθεράς και του πεθερού, διότι δεν επιτρέπεται όταν λείπει ο σύζυγος να μένει στο δικό της σπίτι. Ώρες διασκέδασης αποτελούν οι ελάχιστες κοινωνικές συναναστροφές μόνο πίσω από το μαντρότοιχο του σπιτιού με τις γειτόνισσες. Όταν κατεβαίνει στην πόλη, συνοδεύεται πάντα από την πεθερά, τις κουνιάδες ή άλλα άτομα. Ποτέ δεν θα τη δει κάποιος να κινείται μόνη της, ούτε ακόμη όταν επισκέπτεται το γιατρό. Το καλοκαίρι κάνει μπάνια φορώντας ρούχα που με αυτά κυκλοφορεί σκεπασμένη στο χωριό ή την πόλη. Απαγορεύεται να γδυθεί και να φορέσει μαγιό. Δεν συμμετέχει σε καμιά οικογενειακή έξοδο, ενώ ο άνδρας έχει το ελεύθερο να κινείται. Οι γυναίκες της μειονότητας θεωρούνται οι πιο επιβαρυμένες με ψυχικά νοσήματα, μελαγχολίες και παθήσεις, που ενδημούν λόγω αυτών των συνθηκών στη ζωή τους. Μετέωρες οι περισσότερες στη θέληση και τη ζωή που τους επιβάλλουν οι συνθήκες της θρησκείας τους αλλά και το πατριαρχικό περιβάλλον, που δεν τις δίνουν την ευκαιρία να λειτουργήσουν μόνες τους σαν άτομα. Δεν μετέχουν σε καμιά εκδήλωση. Οι γονείς, που θα ενθαρρύνουν να μεγαλώσει το κορίτσι φυσιολογικά, είναι ελάχιστοι και συνήθως στιγματίζονται από την πλειοψηφία για τη συμπεριφορά τους αυτή.Μέσα σ’ αυτό το αυταρχικό περιβάλλον μοναδικό καταφύγιό τους είναι τα ψυχοφάρμακα και έσχατη λύση η αυτοκτονία. Οι φαρμακοποιοί και οι γιατροί των νοσοκομείων της Θράκης βεβαιώνουν ότι κατανάλωση ψυχοφαρμάκων μεταξύ των μουσουλμανίδων κινείται σε ασύλληπτα επίπεδα. Οι αγροτικοί γιατροί δέχονται πιέσεις από τις μουσουλμάνες να χορηγήσουν συνταγές με ψυχοφάρμακα, ενώ οι στρατιωτικοί γιατροί του Δ΄ Σώματος Στρατού, που δύο φορές το μήνα στα πλαίσια του προγράμματος κοινωνικής προσφοράς των ενόπλων δυνάμεων επισκέπτονται την ορεινή Θράκη, εκπλήσσονται όταν βλέπουν βιβλιάρια υγείας γεμάτα από τα διο δυνατά ναρκωτικά ή αγχολυτικά χάπια. Οι περιπέτειες των γυναικών συνεχίζονται με το ζήτημα των νομικών τους δικαιωμάτων στο οικογενειακό και κληρονομικό δίκαιο. Βάσει του ισχύοντος νόμου, ο οποίος σαφώς αντίκειται στις διατάξεις του συντάγματος περί ισότητας των δύο φύλων, τις σχέσεις μεταξύ των μουσουλμάνων διέπει αποκλειστικά σε θέμα οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου ο ισλαμικός νόμος, σχέσεις που ρυθμίζονται από το μουφτή. Αυτό σημαίνει ότι το διαζύγιο εξαρτάται από τον άνδρα. Η σύζυγος είναι υποχρεωμένη να φύγει από τη συζυγική εστία, παίρνοντας μαζί της μόνο την προσωπική περιουσία που είχε κατά την ημέρα του γάμου της και κάποιο μικρό χρηματικό ποσό για τους τρεις πρώτους μήνες. Σε οποιαδήποτε περίπτωση η διαζευγμένη γυναίκα συνοδεύεται από την κατακραυγή της μουσουλμανικής κοινωνίας.Σε μειονεκτική θέση βρίσκεται η μουσουλμάνα και σε θέματα κληρονομικού δικαίου. Σε περίπτωση που πεθάνει ο σύζυγος χωρίς παιδιά, τότε η γυναίκα θα πάρει το ¼ της κληρονομιάς, ενώ στην περίπτωση που ο πατέρας του κληρονομούμενου είναι εν ζωή, του αναλογούν τα υπόλοιπα ¾. Εάν υπάρχουν παιδιά, η σύζυγος περιορίζεται στο 1/8. Οι γιοι παίρνουν πάντα διπλό κληρονομικό μερίδιο από τις κόρες. Όταν ο αποθανών αφήσει μόνο δύο κόρες, τότε στην κληρονομητέα περιουσία υπεισέρχονται οι άρρενες συγγενείς του κληρονομούμενου. Την ίδια στιγμή και ενώ η καταπίεση των γυναικών της μειονότητας είναι πασιφανής, οι προσπάθειες της τουρκικής πολιτικής επικεντρώνονται και στην ανάδειξη του ζητήματος καταπίεσης των μουσουλμανίδων από το ελληνικό κράτος. Είναι χαρακτηριστική η διαμαρτυρία, που πραγματοποίησε ο «Σύνδεσμος Αλληλεγγύης Τούρκων Δυτικής Θράκης» μπροστά στο ελληνικό προξενείο της Κωνσταντινούπολης «με αφορμή την ημέρα της γυναίκας, διαμαρτυρόμενος για τις πιέσεις που ασκούνται στις μουσουλμάνες γυναίκες της Δυτικής Θράκης».Σχετικά με το ζήτημα των γυναικών της μειονότητας είναι καιρός να ανοίξει μια μεγάλη δημόσια συζήτηση, αφού οι κανόνες λειτουργίας της κλειστής κοινωνίας της μειονότητας αλλά και οι στόχοι και οι σκοποί του τουρκικού σωβινισμού αποκρύπτουν, καταπιέζουν και παράλληλα υποθάλπουν την κατάσταση που περιγράψαμε. Βέβαια οι συνομιλητές είναι το μεγάλο ζητούμενο, αφού οι επίσημοι, κεμαλικοί εκπρόσωποι, με τους οποίους με ευκολία συνομιλούν οι ανάλογοι επίσημοι της ελλαδικής πολιτείας, δεν είναι και ό,τι αληθινό και δημοκρατικό… Παράρτημα Συνέντευξη με την εκπαιδευτικό Α.Ζ., που διδάσκει σε μειονοτικό δημοτικό σχολείο του νομού Έβρου (Αλεξανδρούπολη, Ιανουάριος 2000) «Όλα τα κορίτσια έρχονται στο σχολείο με μαντίλες που, όταν τους λέω να τις βγάλουν, δεν το κάνουν, γιατί έτσι θεωρούν τους εαυτούς τους πιο ελκυστικούς, πιο όμορφους. Έτσι μας λένε στο σπίτι. Αντίθετα, σε εκδρομές του σχολείου εμφανίζονται χωρίς μαντίλα και με ένδυση σύγχρονη, αφού δεν φορούν πλέον τις παραδοσιακές ενδυμασίες. «Σε περιπτώσεις, όπου τα κορίτσια απομακρύνονται για λίγο από το σπίτι, συμπεριφέρονται πιο ελεύθερα και συνομιλούν ακόμη και για θέματα που δεν ήταν ποτέ σε θέση να κάνουν στο χωριό. Για το ζήτημα σχέσεων των δύο φύλων και ειδικώς για σεξουαλικά θέματα, τα κορίτσια τα έχουν φοβίσει από το σπίτι, με αποτέλεσμα ελάχιστες να έχουν φιλικές ή άλλες σχέσεις με αγόρια της ηλικίας τους. Τους λένε τα πιο φοβερά πράγματα για τις διαπροσωπικές σχέσεις και δεν τα αφήνουν να επικοινωνούν ελεύθερα. «Φέτος, δύο κορίτσια θα φοιτήσουν στο γυμνάσιο. Είναι κάτι και αυτό, μου είπαν. Εμείς θέλουμε να μείνουμε στην Ελλάδα. Είναι πιο καλά. Ενώ στην Τουρκία θα πάμε εσώκλειστες σε σχολείο στην Αδριανούπολη, και δεν μας αρέσει. Εδώ είναι καλύτερα. Βέβαια, υπήρξαν αντιδράσεις γι’ αυτή την απόφαση. Οι γονείς τους και ιδιαίτερα ο πατέρας τους, δέχτηκε πιέσεις από τους ανθρώπους του τουρκικού προξενείου, και συνεχίζει να δέχεται. «Δεν υπάρχει ελευθερία κινήσεων στο χωριό. Τα κορίτσια είναι πολύ καταπιεσμένα. Προσπάθησα και μετά από δύο χρόνια κατάφερα να έχω επαφή μαζί τους. Φυσικά οι άνδρες συνάδελφοί μου, παρότι υπηρετούν περισσότερα χρόνια, δεν έχουν καθόλου επικοινωνία με τα κορίτσια. Είναι πολύ κλειστές οι κοινωνίες». Το παραπάνω κείμενο αποτελεί μέρος κεφαλαίου της διδακτορικής διατριβής του Φάνη Μαλκίδη, η οποία υποστηρίχθηκε στο τμήμα κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου (17/2/00) και έλαβε βαθμό «άριστα». |