ΕΛΕΥΘΕΡΑ

 

Ελεύθερα

Πολιτική εθνικής αξιοπρεπείας

Του Θωμα Στεφ. Σαρα

Θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως η πιο τέλεια ενορχηστρωμένη προσπάθεια του διεθνούς παράγοντα για τον αποπροσανατολισμό και την εξαπάτηση του ελληνικού λαού για την τόσο πολυτραγουδημένη ελληνοτουρκική «φιλία», μια φιλία η οποία έχει σχεδιασθεί και υλοποιείται με πραγματική μαεστρία με τη βοήθεια του ντόπιου στοιχείου «πεμπτοφαλαγγιτών», οι εκπρόσωποι του οποίου φάνηκαν πρόθυμοι να προσφέρουν

«γαίαν και ύδωρ», προκειμένου να τύχουν της εμπιστοσύνης και βοήθειας των ισχυρών διεθνών κέντρων αποφάσεων για την περιοχή.

Και από αυτή την έποψη, τόσο ο Κ. Σημίτης όσο και ο Γ. Παπανδρέου είναι εκείνοι, οι οποίοι συγκέντρωσαν τα καλύτερα «προσόντα» για να τους ανατεθεί η δουλειά. Και η «δουλειά» αυτή βέβαια δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια καλά οργανωμένη κίνηση για την προκατάληψη της κοινής γνώμης του ελληνικού λαού για τη δήθεν αναγκαιότητα της οικοδόμησης γεφυρών πολιτιστικών, πολιτικών και οικονομικών, ώστε να διασφαλισθούν οι προϋποθέσεις καλής γειτονίας και ειρηνικής συνύπαρξής τους στην περιοχή.

Είναι ένα σχέδιο το οποίο άρχισε νωρίς τη δεκαετία του 1970. Οι αρχιτέκτονές του εργάσθηκαν με υπομονή και επιμονή και επένδυσαν όλες τις ελπίδες τους πάνω στους δύο δυνατούς άνδρες της εποχής εκείνης: τον Ανδρέα Παπανδρέου και τον Κώστα Μητσοτάκη.

Σχετικά με τη δομή και την εφαρμογή εκείνου του σχεδίου έχω αναφερθεί κατ’ επανάληψη και δεν θα ήθελα να ταλαιπωρήσω τον αναγνώστη μου με επαναλήψεις. Το σημείο, ωστόσο, στο οποίο θεωρώ υποχρέωσή μου να παραμείνω, είναι το σύγχρονο πολιτικό σκηνικό και η νέα προσπάθεια αποπροσανατολιμσού του ελληνικού κοινού.

Ο μύθος

Είναι γνωστό και βέβαιο ότι στα πρώτα ακόμη στάδια των σχεδιασμών τα διεθνή κέντρα αποφάσεων, και κυρίως η Ουάσιγκτον, είχαν προσανατολισθεί προς την ιδέα «διεθνοποίησης» του Αιγαίου Πελάγους, το οποίο, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς και τις «καταγγελίες» της Άγκυρας, με τη σημερινή του νομική μορφή γινόταν όλο και περισσότερο «ελληνική λίμνη», ένα σοβαρό στοιχείο, το οποίο άφηνε να δημιουργηθούν φόβοι για την ελεύθερη ναυσιπλοϊα και τα οικονομικά συμφέροντα από αυτήν στην περιοχή.

Ήταν ένας ισχυρισμός, τον οποίο καλλιέργησε με υπομονή και επιμονή η διπλωματία της Τουρκίας και, δεδομένου του γεγονότος ότι δεν συναντούσε καμιά αντίδραση από την πλευρά των Αθηνών, κατόρθωσε να επιβάλει αυτή την ιδέα τόσο στους συμμάχους όσο και τους εχθρούς της Ελλάδας.

Έτσι, λοιπόν, όταν η διεθνής κοινότητα αποφάσισε την επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 μίλια, στην προσπάθεια της Αθήνας για την εφαρμογή του νόμου μέσα στα όρια της δικής της δικαιοδοσίας, η απάντηση ήταν αρνητική. Οι Τούρκοι διπλωμάτες πραγματικά είχαν επιτύχει μια συντριπτική νίκη εναντίον της Αθήνας. Ήταν ένα γεγονός, το οποίο η πολιτική πόλωση

και η διαφθορά της ελληνικής γραφειοκρατικής διοίκησης δεν μπορούσε ή έκανε ότι δεν καταλάβαινε, προκειμένου να περισώσει τα προσχήματα.

Στο σημείο αυτό θα ήθελα να αναφερθώ σε μια προσωπική μου εμπειρία. Όταν προ ετών, κατά τη διάρκεια συνέντευξης που έπαιρνα από τον υπουργό Εθνικής Άμυνας του Καναδά, αναφέρθηκα στην αλλαγή της σχετικής νομοθεσίας και την απροθυμία της διεθνούς κοινότητας να αναγνωρίσει το ίδιο δικαίωμα και στην Ελλάδα, ο συνομιλητής μου μου δήλωσε ότι κάτι παρόμοιο θα μετέτρεπε το Αιγαίο σε «ελληνική λίμνη» και θα είχε τρομερές επιπτώσεις πάνω στη διεθνή ναυσιπλοϊα. Δεν είναι δυνατό, μου δήλωσε, η διεθνής κοινότητα να επιτρέψει στην Ελλάδα να κάνει κάτι τέτοιο.

Με την ευκαιρία εκείνη πληροφορήθηκα την προεργασία, που είχαν κάνει οι διπλωμάτες της Άγκυρας με το να επιστήσουν την προσοχή της διεθνούς κοινότητας στις πραγματικές προθέσεις της Αθήνας.

Ομολογώ ότι έμεινα κατάπληκτος από εκείνο το «σενάριο φαντασίας». Παρ’ όλ’ αυτά, ο συνομιλητής μου διερωτήθηκε «εάν οι ισχυρισμοί της Τουρκίας ήταν πραγματικά ανυπόστατοι, γιατί δεν αντιδρούσε ή δεν προσπαθούσε να τους διαψεύσει η Ελλάδα».

Παρόμοιες συζητήσεις είχα την ευκαιρία να κάνω αργότερα και με υπεύθυνους πολιτικούς των Ηνωμένων Πολιτειών. Το συμπέρασμα ήταν ότι η διπλωματία της Άγκυρας είχε κατορθώσει να δηλητηριάσει τη σκέψη των πολιτικών της διεθνούς κοινότητας, οι οποίοι με τον ισχυρισμό της προστασίας της ελεύθερης ναυσιπλοϊας στο Αιγαίο είχαν καταδικάσει το ελληνικό Αιγαίο σε δύο σφαίρες επιρροής.

Έχοντας απόλυτη γνώση η Άγκυρα αυτής της πραγματικότητας και γνωρίζοντας το φόβο και την αδυναμία των πολιτικών της Αθήνας από την κοινή γνώμη των ψηφοφόρων τους, προχώρησε στην «επίδειξη δύναμης» τη βραδιά των Ιμίων. Τα γεγονότα εκείνα υπήρξαν στην πραγματικότητα ένα ηχηρό χαστούκι στην εθνική φιλοτιμία και την αξιοπρέπεια του ελληνικού έθνους, το οποίο όμως η Αθήνα προσπάθησε να διασκεδάσει με την εντύπωση του ότι «δεν κερδίσαμε αλλά ούτε και χάσαμε τίποτα».

Ένα δεύτερο στοιχείο, το οποίο πραγματικά εκμεταλλεύθηκε απόλυτα προς όφελός της η Άγκυρα, ήταν εκείνο από τον κίνδυνο των ισλαμιστών, οι οποίοι άρχισαν να διαγράφονται πραγματική απειλή για τη Δύση. Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 είχε σχηματισθεί η εντύπωση της βέβαιης σύγκρουσης των δύο κόσμων, μουσουλμανικού και χριστιανικού. Η Τουρκία, ωστόσο, ήταν η μόνη ισλαμική πολιτεία η οποία έστω και τυπικά μόνο υποστήριζε το διαχωρισμό κράτους και θρησκεύματος. Όπως ήταν επόμενο, η Άγκυρα και πάλι χρησιμοποίησε προς όφελός της αυτόν τον παράγοντα, για να επιβληθεί ως ο αναγκαίος και αναντικατάστατος «προστάτης» της χριστιανικής Δύσης από έναν ολοκληρωτικό πόλεμο.

Έτσι φθάσαμε στην ανοχή της Ευρώπης και της Αμερικής σε όλα τα εγκλήματα των στρατοκρατών της Άγκυρας σε βάρος των γειτόνων και του ίδιου του λαού τους. Ήταν ίσως ένα τόσο σπουδαίο χρονικό διάστημα, στο οποίο όμως βρέθηκε η Ελλάδα με έλλειψη ικανής και αποφασιστικής ηγεσίας. Ο ελληνικός λαός, από τη δική του πλευρά, ενδιαφερόταν να διατηρήσει τις πρωτοφανείς και ιστορικές ελευθερίες, τις οποίες απολάμβανε, και την οικονομική ευρωστία που του πρόσφερε η Ευρώπη. Αυτά τα δύο σε συνδυασμό με την ασφάλεια, που του εγγυόταν η συμμετοχή του στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), τον άφησαν να πιστέψει στην εσφαλμένη ιδέα ότι με την Ευρώπη αυτόματα επιλύονται όλα τα προβλήματά του. Αυτός ήταν και ο λόγος της απεμπόλησης κάθε εθνικού δικαιώματος σε ολόκληρη την έκταση της συνοριακής του γραμμής. Από τη βόρεια Ήπειρο, τη Μακεδονία, τη Θράκη έως την Κύπρο πίστεψε ότι με την είσοδο της Τουρκίας στην ευρωπαϊκή οικογένεια θα είχε εξασφαλίσει την ειρήνη και καλή γειτονία.

Από πλευράς Αθηνών, η Ουάσιγκτον κατόρθωσε να απομονώσει και να αχρηστεύσει πολιτικά κάθε στοιχείο εθνικιστικό, το οποίο θα μπορούσε να βάλει σε κάποιον κίνδυνο τα σχέδιά της. Έτσι απομακρύνθηκαν ο Σαμαράς, στον οποίο ο Μητσοτάκης διακήρυξε ότι δεν του είχε εμπιστοσύνη, ο Παπαθεμελής και άλλοι ικανοί πολιτικοί και πραγματικοί πατριώτες.

Εκείνος, ωστόσο, που δημιούργησε προβληματισμούς στην Ουάσιγκτον, ήταν ο Θεόδωρος Πάγκαλος καθώς και ο Κρανιδιώτης. Ο πρώτος δεν φαινόταν διατεθειμένος για οιανδήποτε παραχώρηση προς την Άγκυρα, ενώ ο δεύτερος είχε γίνει ο εφιάλτης της τουρκικής διπλωματίας για το Κυπριακό. Ένα καλά σχεδιασμένο σενάριο με πρωταγωνιστή τον αρχηγό των Κούρδων υπήρξε το σημείο πτώσης του Πάγκαλου, ενώ ένα αναπάντεχο αεροπορικό ατύχημα κόστισε τη ζωή του Κρανιδιώτη και της μικρής του ακολουθίας.

Ήταν βέβαιο ότι τα σχέδια της Νέας Τάξης προχωρούσαν όπως ακριβώς είχαν προσχεδιασθεί. Έτσι, η πραγματική εξουσία πέρασε στα χέρια του μοναδικού πολιτικού της Αθήνας, που η Ουάσιγκτον εμπιστεύεται απόλυτα. Στην πραγματικότητα θεωρεί δικό της. Αυτός είναι και ο λόγος που η Ουάσιγκτον κατόρθωσε να επιτύχει τόσα πολλά σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα στις σχέσεις μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας.

Είναι βέβαιο σήμερα ότι ήδη υπάρχει μυστική συμφωνία αποδοχής μεταβίβασης των νήσων του ανατολικού Αιγαίου στη διοικητική και οικονομική σφαίρα της Τουρκίας. Είναι ακόμη βέβαιο ότι μέχρι το 2004 η διοίκηση της Αθήνας πρόκειται να διενεργήσει δημοψήφισμα στη δυτική Θράκη με ερώτημα τη μορφή της διοίκησης της επαρχίας, εάν δηλαδή θέλει να παραμείνει με την Ελλάδα υπό τη σημερινή διοικητική της μορφή ή προτιμά κάποια μορφή περιορισμένης, αρχικά, αυτοδιοίκησης.

Δεν έχω καμιά αμφιβολία την ώρα αυτή ότι εκείνοι που δημιούργησαν την πτώση της Θάτσερ της Αγγλίας, οι ίδιοι που εξαγόρασαν την ψήφο του γερμανικού λαού προς όφελος του Κολ της Γερμανίας, είναι εκείνοι που έκλεισαν τη «συμφωνία» με τους Ανδρέα Παπανδρέου και Κώστα Μητσοτάκη, και εκείνοι που βοήθησαν να αναδειχθεί πρωθυπουργός και αρχηγός του ΠΑΣΟΚ ο Κώστας Σημίτης. Και τη λεπτομέρεια αυτή, βέβαια, όχι μόνο τη γνωρίζει, μα δεν τολμά να την ξεχάσει ο Έλληνας πρωθυπουργός.

Και με αυτόν τον ήσυχο τρόπο η ζωή συνεχίζεται ομαλά στην Ελλάδα, όπου οι πολίτες τη μοναδική έγνοια που φαίνεται να έχουν είναι η «Σοφοκλέους», με άλλα λόγια το χρηματιστήριο αξιών.

Σήμερα στις καίριες διπλωματικές θέσεις της Αθήνας, των πολιτικών γραφείων των υπουργών της κυβέρνησης, του υπουργείου Εξωτερικών και τις επιτροπές που χαράσσουν την πολιτική των Αθηνών, έχουν διορισθεί μέλη του διπλωματικού σώματος, τα οποία έχουν την εμπιστοσύνη της ηγεσίας του ΝΑΤΟ. Το ίδιο συμβαίνει με τα κύρια στελέχη της διοίκησης των εθνικών ιδρυμάτων της ελληνικής ραδιοτηλεόρασης.

Σε βασικά στελέχη της ελληνικής ενημέρωσης γίνονται παροχές οικονομικές και βοηθήματα με τη μορφή της δήθεν ανάληψης εργολαβιών του ΝΑΤΟ και της Ευρώπης και την παράλληλη διατύπωση της παράκλησης για τη βοήθεια και υποστήριξη της «ειρηνευτικής προσπάθειας συμφιλίωσης» Τουρκίας και Ελλάδας. Είμαι βέβαιος και γνωρίζω ότι αυτή η διάβρωση του διοικητικού μηχανισμού της Αθήνας έχει προχωρήσει τόσο βαθιά, ώστε θα τολμούσα να τη χαρακτηρίσω «γάγγραινα».

Το μόνο σημείο, που δεν κατόρθωσαν να ξεπεράσουν οι διοργανωτές που κινούν τα νήματα, είναι εκείνο της Κύπρου. Και ενώ είναι βέβαιο ότι τόσο η Λευκωσία όσο και η Αθήνα έχουν συμφωνήσει και αποδεχθεί και δεσμεύτηκαν για λύση συνομοσπονδίας, προκειμένου να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις της Άγκυρας και του Ντενκτάς, ο φόβος της λαϊκής κατακραυγής και το πιθανό πολιτικό κόστος πάνω στο όλο σχέδιο τους υποχρεώνει να καθυστερούν την ανάληψη τελικών ευθυνών, μέχρι τουλάχιστον τη διενέργεια των εκλογών, την ανανέωση του εθνικού κοινοβουλίου και τη λαϊκή εντολή προς την κυβέρνηση Σημίτη, για να ολοκληρωθούν αυτά τα σχέδια.

Παρά δε το γεγονός ότι λέγονται πολλά για δήθεν πιθανή εκλογική νίκη της Νέας Δημοκρατίας, η ουσία είναι ότι δεν υπάρχει η παραμικρή πιθανότητα εκλογής του κόμματος του Κώστα Καραμανλή, ο οποίος μάλιστα δεν είναι καν μυημένος στους «εσωτερικούς κύκλους» των οπαδών και φροντιστών για την ομαλή «έκβαση» της «ελληνοτουρκικής φιλίας».

Σύμφωνα με πηγές μου, η Ουάσιγκτον και το ΝΑΤΟ είναι προετοιμασμένοι να «χρυσώσουν» τους δρόμους της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης για να πετύχουν οι στόχοι τους.

Οι εξοπλισμοί

Είναι γνωστό ότι η κυβέρνηση της Αθήνας, ύστερα από την «επίθεση αγάπης» της Άγκυρας, έχει ουσιατικά εγκαταλείψει κάθε εξοπλιστικό της πρόγραμμα. Βασικός και καίριος στόχος της σήμερα είναι το πώς θα βρεθεί κάτω από την ομπρέλα και μέσα στην προστατευτική αγκαλιά της Ευρώπης, μιας Ευρώπης ωστόσο η οποία δεν δείχνει και μεγάλο ενθουσιασμό παρεμβολής στις διαφωνίες και απαιτήσεις της Τουρκίας.

Η ίδια η Άγκυρα γνωρίζει απόλυτα τη σημασία της δύναμής της. Μόλις πρόσφατα έγινε αποδεκτή στη διευρυμένη ομάδα των

G8, στους G20. Με αυτή της την ιδιότητα αποτελεί πλέον ένα βασικό μοχλό των μηχανισμών της παγκοσμιοποίησης της οικονομίας καθώς και της επικέντρωσης της παγκόσμιας διοίκησης σε νέους μηχανισμούς και ιδρύματα, τα οποία θα οδηγήσουν στην ομαλή πορεία και εφαρμογή του «τρίτου πολιτιστικού κύματος». Και μπροστά στη σπουδαιότητα και την ανάγκη επιβολής αυτών των σχεδίων, ελάχιστη σημασία φαίνεται να έχουν τα δίκαια του κυπριακού Ελληνισμού και εκείνου των νήσων του ανατολικού Αιγαίου.

Αυτός είναι ακριβώς και ο λόγος των συνεχιζόμενων εξοπλισμών μαμούθ (όπως τις αποκαλεί ελληνοκυπριακή εφημερίδα) της Άγκυρας. Τα οπλικά συστήματα, που προμηθεύεται η Άγκυρα, έχουν χαρακτηρισθεί ως επιθετικά. Παρ’ όλ’ αυτά, η Αθήνα σιωπά και ουσιαστικά δέχεται να παίξει το ρόλο που της επιβάλλει με τις απαιτήσεις της η Άγκυρα.

Είναι βέβαιο ότι στις τελευταίες συζητήσεις Ετζεβίτ-Κλίντον ο Τούρκος πρωθυπουργός δεν απέκρυψε τις προθέσεις των στρατοκρατών της Άγκυρας να «αναλάβουν στρατιωτική δράση» για την επίλυση των διαφορών στο Αιγαίο. Κατόπιν τούτου ενεργοποιήθηκε πιο έντονα το ΝΑΤΟ, δόθηκαν οι σχετικές διαβεβαιώσεις ότι η ηγεσία της κυβέρνησης της Αθήνας είναι πρόθυμη για συνεργασία και έτοιμη να υποστεί τη θυσία της παροχής υποχωρήσεων. Προκειμένου να ρυθμιστούν αυτές οι διαφορές μια ώρα γρηγορότερα, ο Σημίτης προκήρυξε τις εκλογές. Ήδη τον είχαν διαβεβαιώσει ότι θα είναι ο νικητής.

Το βέβαιο είναι ότι η επόμενη τετραετία θα είναι η πιο σημαντική στην πορεία της ελληνικής πολιτείας, άπαξ και πρόκειται να παραχωρηθεί μέρος του κυπριακού εδάφους για τη δημιουργία τουρκοκυπριακής δημοκρατίας. Το σχήμα αυτό πρόκειται να ακολουθήσουν σημαντικότατα γεγονότα, τα οποία θα αναγκάσουν τον κυπριακό Ελληνισμό στην προσφυγιά και τη διάθεση των περουσιών τους έναντι «οιουδήποτε τιμήματος» σε εβραϊκά συμφέροντα

. Είναι βέβαιο ότι σε ένα διάστημα μικρότερο των πενήντα ετών η Κύπρος θα έχει περιέλθει εξ ολοκλήρου στην οικονομική και διοικητική επιρροή του Ισραήλ.

Ίσως οι σκέψεις μου αυτές φαίνονται σαν σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Ίσως. Η ουσία, πάντως, είναι και παραμένει μία: στο κατώφλι του 21ου αιώνα η Ελλάδα πασχίζει να διατηρήσει κάποια μορφή, κάποιο βαθμό πολιτικής ανεξαρτησίας. Και την εθνική αυτή μειοδοσία ανέλαβε να ολοκληρώσει η ομάδα Σημίτη-Παπανδρέου, οι οποίοι δηλώνουν ότι δεν τους ενδιαφέρει να «πληρώσουν προσωπικό πολιτικό τίμημα», προκειμένου να εξομαλυνθούν οι διακρατικές διαφορές με την Άγκυρα. Κάτι που θα ήταν πραγματικά θαυμάσιο, εάν δεν υπονοούσε την ατιμωτική υποχώρηση και αποδοχή όλων των απαιτήσεων των ιμπεριαλιστών της Άγκυρας.

Όσο για τη διεθνή κοινότητα, «θα πρέπει να αντιληφθείς ότι σήμερα μπαίνουν τα θεμέλια μιας νέας μορφής παγκόσμιας κοινότητας, ενός νέου πολιτισμού», μου είπε πολιτικός της Ουάσιγκτον. «Οι σχέσεις και οι απαιτήσεις της Ελλάδας ή της Τουρκίας είναι σχεδόν ασήμαντες

μπροστά στα συμφέροντα της κοινωνίας που οικοδομούμε».

Τόσο ασήμαντες, ώστε να μας οδηγούν σε πολιτιστικό και γεωγραφικό αφανισμό, θυσία στις απαιτήσεις ενός αχόρταγου γείτονα, ο οποίος αποβλέπει στο πώς θα κατορθώσει να ξαναεπιβληθεί πάνω μας διοικητικά

.

Και, δυστυχώς, τα πάντα δείχνουν ότι με τη βοήθεια των στρατευμένων ντόπιων πρακτόρων της πολιτικής, της διπλωματίας και του τύπου, η Ελλάδα και ο Ελληνισμός διέρχονται μια από τις δυσκολότερες περιόδους της ιστορίας του μετά την πτώση της Βασιλεύουσας.

Γράφοντας αυτές τις σκέψεις θα ευχόμουν να είχα τη δύναμη να πείσω τους συμπατριώτες μου στην Κύπρο και την Ελλάδα να κλείσουν τα αυτιά τους στα γλυκά «τραγούδια» των υποσχέσεων για άνεση οικονομική και αξιοπρέπεια εθνική, επειδή ακριβώς η ιστορία μας διδάσκει ότι η εθνική αξιοπρέπεια και η ελευθερία δεν χορηγούνται από κανένα δεσπότη, αλλά κερδίζονται με αγώνες και αίμα. Και τούτη τη μικρή μα περήφανη πολιτεία την ανέστησαν από το νεκροταφείο της οθωμανικής δουλείας φωτισμένοι ηγέτες και αποφασισμένοι πολίτες, οι οποίοι δεν υπολόγισαν περιουσίες, οικογένειες, ζωή. Γιατί, όμως, τώρα, αδέλφια Έλληνες του Κέντρου, τα ξεχάσαμε όλα αυτά και τα εμπιστευτήκαμε στους άλλους;