ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΓΝΩΜΗ

 

Ιδεαλισμός χωρίς ιδεολογία

Του Γεωργιου Ηλια Διαμαντοπουλου

Οικονομολογου

Η πτώση του τείχους του Βερολίνου δεν συμβολίζει μόνο το τέλος του κομουνιστικού συστήματος, της διάλυσης της Σοβιετικής Ένωσης και το τέλος του ψυχρού πολέμου - ο οποίος τόσο ενδεικτικά είχε διαχωρίσει την ανθρωπότητα σε δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα, εκείνα της Ανατολής και της Δύσης – αλλά της εμφάνισης εθνικών κινημάτων αυτοδιάθεσης

, τα οποία έχουν σοβαρές επιπτώσεις στην παγκόσμια ειρήνη, ειδικότερα εκείνων των εσωτερικών εθνικών συγκρούσεων, οι οποίες για τη λύση τους απαιτούν εθνικές ή υπερεθνικές αποκρίσεις προτού ακόμη να έχει υλοποιηθεί η πρέπουσα πολιτική της επίλυσής τους.

Με το τέλος της κομουνιστικής απειλής και της κατάρρευσης της Σοβιετικής Ένωσης ως υπερδύναμης η μόνη παραμένουσα παγκόσμια υπερδύναμη είναι εκείνη των ΗΠΑ, η οποία με την υιοθέτηση της Νέας Τάξης υποτίθεται ότι εργάζεται για την εξάλειψη της αναρχίας, της επιθετικότητας, της βίας για την εμπέδωση της ομαλότητας, της ειρηνικής διευθέτησης και συμβίωσης, της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ελευθερίας του πολίτη. Και θεωρητικά δεν υπάρχει πιο ευγενικός οραματισμός από τα παραπάνω, όπως αυτά προβάλλονται στις επιδιώξεις της νέας παγκόσμιας τάξης.

Στην εικόνα αυτή προστίθεται και άλλη μια δύναμη, η οποία αποτελεί ένα οξύμωρο σχήμα μεταξύ εκείνων των επιδιώξεων των τοπικών εθνικών συγκρούσεων και εκείνων των επιδιωκόμενων διαμέσου του διεθνισμού, της παγκοσμιότητας ή της οικουμενικότητας.

Στην τελευταία δεκαετία του 20ού αιώνα το φως της δημοσιότητας είδε δύο έντυπα. Το ένα ήταν μια μελέτη από το

Carnegie Endowment for International Peace, συγγραφείς της οποίας ήταν οι Morton Halperin, David Scheffer και Patricia Smal. Ο τίτλος της μελέτης ήταν «Αυτοδιάθεση στη Νέα Παγκόσμια Τάξη», που εκδόθηκε το 1992.

Το άλλο ήταν ένα βιβλίο, το οποίο γράφτηκε από τον

Patrick J. Buchanan, πρώην σύμβουλο των προέδρων των ΗΠΑ Richard Nixon, Gerald Ford και Ronald Reagan και δύο φορές υποψήφιο του προεδρικού αξιώματος των ΗΠΑ. Ο τίτλος του βιβλίου του ήταν «Μια δημοκρατία όχι μια αυτοκρατορία» και τυπώθηκε το 1999.

Το μεν πρώτο είναι μια μελέτη, της οποίας οι αναλύσεις και τα συμπεράσματα έχουν υιοθετηθεί στην εξάσκηση της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ και στο πλαίσιο της νέας παγκόσμιας τάξης, δηλαδή της προσπάθειας δημοκρατικοποίησης των κρατών, της αυτοδιάθεσης των μειονοτήτων μετά τον τερματισμό του ψυχρού πολέμου, της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της ελεύθερης οικονομίας και του εμπορίου και του μηχανισμού εφαρμογής τους.

Το δε δεύτερο είναι μια κριτική για την παρούσα εξωτερική πολιτική της προεδρίας Κλίντον διαμέσου μιας ιστορικής αναδρομής και παρουσίασης των θέσεων των πατέρων της δημοκρατίας των ΗΠΑ

George Washington, Thomas Jefferson και John Quincy Adams ειδικότερα για την ασκηθείσα απ’ αυτούς εξωτερική πολιτική μιας κατά παράδοση ανεξάρτητης και μη παρεμβατικής στους πολέμους των άλλων εθνών. Επ’ αυτού χαρακτηριστική ήταν η ομιλία του προέδρου J.Q. Adams την ημέρα της ανεξαρτησίας των ΗΠΑ, 4 Ιουλίου 1821, που δήλωνε ότι δεν ήταν ούτε καθήκον ούτε προορισμός των ΗΠΑ να μεταβούν στο εξωτερικό σε έρευνα τεράτων για την καταστροφή τους.

Κατά τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου είχε δημιουργηθεί εξ ανάγκης μια φαινομενική νηνεμία στις υπό κατοχή χώρες και εθνικές μειονότητες του ανατολικού συνασπισμού. Όμως, η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης έφερε στην επιφάνεια δυστυχώς με βίαιο τρόπο τις σε λήθαργο εθνικές διεκδικήσεις των διαφόρων μειονοτήτων για τις οποίες

η Δύση δεν είχε έτοιμο πρόγραμμα αντιμετώπισης και επίλυσής τους.

Επίσης, η κατάρρευση της σοβιετικής υπερδύναμης κατέστρεψε το διπολικό μηχανισμό της παγκόσμιας ισορροπίας αφήνοντας τις ΗΠΑ ως τη μόνη υπερδύναμη να ενεργεί κατά το δοκούν σε κάθε μια τους

.

Έτσι οι ΗΠΑ λαμβάνουν ένα επαυξημένο ρόλο στη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας των εθνών, για τον οποίο ρόλο αρμόδιο όργανο είναι ο οργανισμός των Ηνωμένων Εθνών. Δυστυχώς, λόγω της αδυναμίας του οργανισμού αυτού δεν δύναται να εκπληρεί επαξίως την αποστολή του με αποτέλεσμα τα προβλήματα να πολλαπλασιάζονται αντί να ελαττώνονται λόγω των ιδιοτελών κινήτρων και συμφερόντων της υπερδύναμης των ΗΠΑ.

Είναι πολλές εκείνες οι χώρες που θεωρούν το ενδιαφέρον των ΗΠΑ για τους δημοκρατικούς θεσμούς και την αυτοδιάθεση σαν πρόφαση ανάμιξης στις εσωτερικές υποθέσεις των άλλων χωρών για ιδιοτελείς σκοπούς όπως εκείνου της ηγεμονίας και οικονομικής επιρροής.

Είναι δε πολύ ενδεικτικό εκείνο το οποίο γράφουν οι συγγραφείς της μελέτης «Αυτοδιάθεση στη Νέα Παγκόσμια Τάξη» σε μια παράγραφό τους:

«Εάν η παγκόσμια κοινότητα προτίθεται να παρουσιάσει μια κοινή πολιτική αντιμετώπισης των κρίσεων των προκαλούμενων από την άσκηση του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης, οι ΗΠΑ πρέπει να λάβουν ηγετικό ρόλο. Κανένα άλλο έθνος ή ομάδα εθνών δεν έχει τέτοιο παγκόσμιο ενδιαφέρον ή πολιτική θέληση στο να γίνει ο ηγέτης. Οι ΗΠΑ δεν πρέπει να ενεργούν μόνες τους αλλά μάλλον πρέπει να συνεργάζονται με τις άλλες κυβερνήσεις διαμέσου των Ηνωμένων Εθνών ή άλλων κατάλληλων περιφερειακών οργανισμών (στον πόλεμο του Κοσσυφοπεδίου ήταν το ΝΑΤΟ). Το ενδιαφέρον των ΗΠΑ στο να εμποδίζουν πολεμικές συρράξεις, να αποφεύγουν την ανθρώπινη δυστυχία και να καταβάλλουν προσπάθεια προαγωγής των δικαιωμάτων των ατόμων, όπως αυτά εκλέγουν, είναι ενδιαφέροντα τα οποία συμμερίζεται το μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης κοινωνίας και με αυξανόμενο ρυθμό, υπεισέρχονται στις διεθνείς και στις τοπικές συμφωνίες. Ακόμη και με μια ισχυρή και αποφασιστική ηγεσία, όπως εκείνη των ΗΠΑ, η απόκτηση της αναγκαίας υποστήριξης από το λαό ή τη διεθνή κοινωνία είναι δυνατό να απαιτήσει πολύ χρόνο και να προδικάσει πολύ δύσκολες πολιτικές εκλογές. Σε μερικές περιπτώσεις αυτό δύναται να σημαίνει ότι καμιά ενέργεια δεν είναι δυνατή ή ότι η ηγεσία των ΗΠΑ δύναται να επιλέξει

ότι τα συμφέροντά της είναι τόσο άμεσα επηρεασμένα ώστε να ενεργεί αυτοβούλως».

Από την ως άνω παρουσίαση γίνεται φανερό ότι η αυτοδιάθεση γίνεται όργανο εξυπηρέτησης των συμφερόντων των μεγάλων δυνάμεων και, εφόσον οι ΗΠΑ ασκούν ηγετικό ρόλο, η παραχώρηση πολιτικής υποστήριξης και οικονομικής βοήθειας στις εθνικές μειονότητες θα είναι ιδιοτελής προς εξυπηρέτηση των εκάστοτε γεωπολιτικών συμφερόντων και όχι ευγενών και αλτρουιστικών προθέσεων.

Τα παραπάνω γίνονται εμφανή εάν κανείς κάνει μια σύγκριση των γεγονότων εκείνων τα οποία λαμβάνουν χώρα στο βαλκανικό χώρο και εκείνης της απόλυτης σιγής και υποκριτικής υποστήριξης της Τουρκίας προς κατάπαυση του αιτήματος αυτοδιάθεσης 12 εκατομμυρίων Κούρδων, οι οποίοι ζουν στη χώρα αυτή και αγωνίζονται για την απόκτησή της.

Τελευταία η συσχέτιση μεταξύ ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δημοκρατικής εκπροσώπησης έχει γίνει τόσο έντονη ώστε πολλοί μιλούν για ένα εμπεδωμένο ανθρώπινο δικαίωμα. Επιστέγασμα αυτής της νέας κίνησης ήταν η συνάντηση των αντιπροσώπων περί ασφαλείας και συνεργασίας στην Ευρώπη, στη Μόσχα το 1991, όπου συζητήθηκε με μεγάλη δογματική τοποθέτηση η συλλογική προσπάθεια προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων μεταξύ των χωρών της Ευρώπης και της προαγωγής των δημοκρατικών αρχών.

Απόρροια αυτής της σύσκεψης ήταν ότι η νόμιμη αρχή της μη επέμβασης στις εσωτερικές υποθέσεις των χωρών αρχίζει να εξαλείπτεται τουλάχιστον στην Ευρώπη διά της αναληφθείσας υποχρέωσης της προαγωγής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, των δημοκρατικών αρχών και βασικών ελευθεριών.

Τα διαδραματιζόμενα γεγονότα στο βαλκανικό χώρο, όπως ο διαμελισμός της Γιουγκοσλαβίας και ο πόλεμος του Κοσσυφοπεδίου μαρτυρούν την αδυναμία των μικρών χωρών να προστατεύσουν την εθνική τους επικράτεια και αξιοπρέπεια.

Μέσα στον παροξυσμό του διεθνισμού, της παγκοσμιότητας ή οικουμενικότητας πολύ χαρακτηριστικό είναι αυτό το οποίο ανέφερε ο

Strobe Talbott, συμφοιτητής του προέδρου Κλίντον των ΗΠΑ.

«Όλες οι χώρες είναι βασικά κοινωνικές διευθετήσεις αδιάφορα πόσο σταθερές και ακόμη ιερές είναι δυνατό να θεωρούνται σε κάποια χρονική περίοδο. Στην πραγματικότητα είναι όλες τεχνητές και προσωρινές. Εντός της επόμενης εκατονταετίας η ιδέα της εθνότητας, όπως εμείς τη γνωρίζουμε, θα είναι απηρχαιωμένη, ώστε όλα τα κράτη θα αναγνωρίζουν μια παγκόσμια αρχή. Μια φράση, που είναι τώρα της μόδας, «πολίτης του κόσμου» θα έχει πάρει πραγματική μορφή και σημασία περί το τέλος του 21ου αιώνα.»

Κατά τον Σ. Τάλμποτ το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η Διεθνής Τράπεζα και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου είναι προπομποί υπουργείων οικονομικών, ανάπτυξης και εμπορίου της παγκόσμιας κυβέρνησης.

Δεν νομίζω ότι υπάρχουν αμφιβολίες ως προς τις προθέσεις τόσο εκείνων οι οποίοι χρησιμοποιούν την αυτοδιάθεση των εθνικών μειονοτήτων ως πρόσχημα επέμβασης στις εσωτερικές υποθέσεις των κρατών όσο και των δυνάμεων εκείνων που προάγουν το διεθνισμό, την οικουμενικότητα ή παγκοσμιότητα για τη διάλυση των κρατών και την υποταγή τους κάτω από μια παγκόσμια κυβέρνηση μιας υπό ίδρυση ολιγαρχικής οικονομικής ηγεμονίας.

Τον κίνδυνο αυτό οσφρίζεται και ο

Patrick Buchanan, ο οποίος λέει: «Για κάθε έθνος υπάρχει ένας αγώνας εν εξελίξει μεταξύ εκείνων οι οποίοι θέτουν πρώτα την πατρίδα τους και εκείνων οι οποίοι πιστεύουν ότι η εποχή των κρατών πρέπει να τελειώσει, και ότι μόνον η παγκόσμια κυβέρνηση θα οδηγήσει όλους τους λαούς στην παγκόσμια ειρήνη. Αυτός είναι ο παγκόσμιος αγώνας, ο οποίος έχει διαδεχθεί τον ψυχρό πόλεμο, και ο οποίος θα προσδιορίσει την τύχη της ανθρωπότητας. Σ’ αυτόν τον αγώνα ανταγωνιστές είναι οι διεθνιστές και σύμμαχοί μας είναι οι πατριώτες κάθε χώρας».

Ο ελληνικός λαός, καταπιεζόμενος από τις συνθλιπτικές αυτές δυνάμεις, εγκλωβισμένος και χωρίς προσανατολισμό, οφειλόμενο στην υποτελική πολιτική του εκπροσώπευση, αισθάνεται το δύσκολο της θέσης του και αγωνιά για την ύπαρξή του και για το μέλλον του. Αντιλαμβάνεται ότι οι προβάλλοντες τους οραματισμούς της νέας παγκόσμιας τάξης είναι άτομα των οποίων η πλειονότητα στερείται ηθικών αρχών και αξιών. Φοβάται την υπουλότητά τους, τον κυνισμό τους, τη διπλοπροσωπία τους, τη βιαιότητά τους

, την ανειλικρίνειά τους, εν κατακλείδι τη χυδαιότητά τους.

Είναι πολύ σκανδαλώδης η εμετική συμπεριφορά της πρώην πρωθυπουργού της Μεγάλης Βρετανίας, Μάργκαρετ Θάτσερ, η οποία, ενώ χαρακτηρίζει ως απεχθείς δικτάτορες και εγκληματίες το Σαντάμ Χουσεϊν και το Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς, εντούτοις θεωρεί τον αιμοσταγή δικτάτορα της Χιλής Αουγκούστο Πινοτσέτ ως μεγάλο πατριώτη και πραγματικό φίλο της Μεγάλης Βρετανίας. Ή εκείνη η υποκριτική και κυνική συμπεριφορά του προέδρου των ΗΠΑ, ο οποίος κατά τη διάρκεια της

πρόσφατης επίσκεψής του στην Τουρκία ήταν τουρκόφιλος, στη Βουλγαρία ήταν Βούλγαρος. Ή εκείνη η συμπεριφορά πολλών εκπροσώπων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίοι θεωρούν σαν ανωμαλία το γεγονός ότι η Ελλάδα είναι μέλος της ΕυρωπαΪκής Ένωσης.

Προ 2.500 περίπου ετών οι Έλληνες μόνοι τους νίκησαν τους βάρβαρους Πέρσες και έσωσαν την Ευρώπη από τη βαρβαρότητα και το σκοταδισμό. Ως εκ τούτου προκαλεί την έντονη αγανάκτηση η ασελγής προσπάθεια των κύκλων εκείνων, οι οποίοι προσπαθούν να αποκλείσουν την παρουσία της Ελλάδας και της πολιτιστικής της εκπροσώπησης στο υπό ίδρυση Ευρωπαϊκό Μουσείο.

Είναι έκδηλη η απειλή έναντι της Ελλάδας ως μικρού κράτους από τις δυνάμεις του διεθνισμού και της πολιτιστικής της εκπροσώπησης από τους αρχαίους της διώκτες του σκότους.

Η σωτηρία του ελληνισμού είναι η εσωτερική αναζήτηση των αξιών εκείνων, οι οποίες υπήρξαν οι καθοριστικές δυνάμεις της διαιώνισής του στη μακροχρόνια ιστορία του. Χαρακτηριστικές είναι οι φράσεις εκείνες του Ηρόδοτου: «Το ελληνικό έθνος από αρχαιοτάτων χρόνων διακρίθηκε από τους βαρβάρους ως ευφυέστερο και απαλλαγμένο ηλιθιότητας», και του Βάλτερ φον Μπράουχιτς, αρχιστρατήγου του γερμανικού στρατού στο Β΄παγκόσμιο πόλεμο: «Τόσο η μάχη του Μαραθώνα όσο και η ναυμαχία της Σαλαμίνας θα έπρεπε να μας φαίνονται κατασκευάσματα της φαντασίας ή θρύλων, εάν δεν καθίστατο δυνατή η απόδειξη της ιστορικότητάς τους».

Η εκπροσώπηση της πολιτικής και πνευματικής ηγεσίας του ελληνικού έθνους ας προβληματισθεί από τα διαδραματιζόμενα και ας πράξει εκείνο το οποίο ανέφερε ο Ευρυπίδης στην «Ιφιγένεια εν Αυλίδι»: «Είναι εύλογο να άρχουν οι Έλληνες τους βάρβαρους και όχι οι βάρβαροι τους Έλληνες».