|
|
|
NBG BANK-
CANADA
“Από το θρίαμβο στη τραγωδία” του Θωμά Στεφ. Σάρα
ανάλυση
Ο Κωσταντίνος Ζήσης, ο
αρχιτέκτονας και δημιουργός της NBG
Bank-Canada,
με την κορούλα του στο Μόντρεαλ, σε
πρόσφατη φωτογραφία.
Όπως
είχα αναφέρει σχετικά και σε
προηγούμενο άρθρο μου, το γεγονός της
πώλησης της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος
Καναδά, υπήρξε μια πράξη απαράδεκτη για
την ομογένεια πλην όμως αναγκαία για την
κεντρική διοίκηση του ιδρύματος στην
Αθήνα, η οποία με την αγοροπωλησία αυτή
προσπάθησε να περισώσει οτιδήποτε ήταν
“ακόμα δυνατό να περισωθεί”, εξ αιτίας
της νέας πολιτικής κουλτούρας που
θέλησε να εισαγάγει και εφαρμόσει στο
ίδρυμα η διοίκηση του Νίκου Αυγουστάκη. Το
Καναδικό θυγατρικό ίδρυμα τα τελευταία
χρόνια, ως γνωστό παρουσίαζε συνεχή
μείωση του κύκλου εργασιών εξ αιτίας
κυρίως της απομάκρυνσης των ομογενών
από αυτό με συνέπεια την απώλεια
κεφαλαίων των καταθετών. Το
αποτέλεσμα ήταν η πτώση του δείκτη των
κερδών της τράπεζας ο οποίος από το 17.8
τις εκατόν ανάπτυξης που παρουσίαζε από
την δημιουργία του ιδρύματος μέχρι την
αποχώρηση του Κώστα Ζήση και των
συνεργατών του, ξαφνικά π δείκτης
ανάπτυξης περιορίσθηκε στις 5 ή 6 μονάδες.
Ήταν μια περίοδος πραγματικά δύσκολη
για το ίδρυμα το οποίο πιεζόταν από την
Αθήνα να παρουσιάσει μεγαλύτερα κέρδη. Είναι
δε βέβαιο ότι ο αντικαταστάτης του Κώστα
Ζήση, μη έχοντας καμία προσωπική επαφή
με τη πλατιά ομογενειακή κοινότητα και
ξένος όπως ήταν με τη ψυχολογία των
ομογενών του Καναδά, προσπάθησε
απεγνωσμένα να ξεπεράσει αυτές τις
δυσκολίες με την εφαρμογή
κάθε δυνατού και επομένως δραστικού
μέτρου. Για
το σκοπό αυτό αρχικά χρησιμοποίησε τη
μέθοδο της ρευστοποίησης των κρατικών
χρεογράφων στα οποία είχε τοποθετήσει
ένα μεγάλο μέρος των κερδών του
ιδρύματος τα προηγούμενα χρόνια ο
Κώστας Ζήσης. Με
το τρόπο αυτό πέτυχε να παρουσιάζει
κέρδη, τα οποία όμως στη πραγματικότητα
ήταν εικονικά άπαξ και με την
ρευστοποίηση αυτών των ποσών το ίδρυμα
έχανε τις αποταμιευτικές του
δυνατότητες. Ήταν μια περίεργη
λογιστική πολιτική την οποία ωστόσο
φαίνεται ότι αποδεχόταν ο ικανότατος
κυβερνήτης του κεντρικού ιδρύματος στην
Αθήνα, Νίκος Καρατζάς, ο συμπατριώτης
και προστάτης του γενικού διευθυντή του
Καναδικού ιδρύματος, με την ελπίδα ότι
με το καιρό θα κατόρθωνε το ίδρυμα να
ξαναβρεί τη κανονική του πορεία. Με
την πάροδο των ετών, ωστόσο,
εξαντλήθηκαν αυτά τα αποθεματικά και
όπως ήταν επόμενο άρχισε να γίνεται
αντιληπτή η αδυναμία της νέας διοίκησης
να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των
Αθηνών για αύξηση κερδών της τάξης των 24
εκατοστιαίων μονάδων. Όταν
αργότερα συνταξιοδοτήθηκε ο Γιώργος
Διαμαντόπουλος και προσλήφθηκε ο Νίκος
Πατινιώτης, ο γενικός διευθυντής του
Καναδικού ιδρύματος Νίκος Αυγουστάκης,
πίστεψε ότι θα
μπορούσε να λυθεί το πρόβλημα με την
αποδοχή μεθόδων οι οποίες θα
δημιουργούσαν επιπρόσθετα κέρδη από την
ήδη υπάρχουσα πελατεία. Σύμφωνα με
πληροφορίες μου τη πολιτική αυτή
εισηγήθηκε η νέα γενιά της διοίκησης της
τράπεζας, η οποία πίστεψε ότι θα ήταν
πολύ εύκολο να εφαρμοσθεί μια “καναδοποιημένη”
πρακτική πάνω στο ταλαίπωρο ομογενή
μετανάστη, ο οποίος είχε παρασυρθεί από
το σύνθημα του ιδρύματος “η δική σας
τράπεζα”. Με
την εφαρμογή λοιπόν αυτής της πρακτικής,
στη πραγματικότητα εφαρμόσθηκε
μια πρωτόγνωρη και απαράδεκτη
οικονομική καταπίεση πάνω στους
ομογενείς πελάτες του ιδρύματος και
μάλιστα στους ποιό αδύναμους οικονομικά,
οι οποίοι στρεφόταν στη NBG
Bank σαν σε σανίδα σωτηρίας για να ξεπεράσουν
τις οικονομικές τους δυσκολίες. Από
καταγγελίες ομογενών γνωρίζω ότι σε
πολλές περιπτώσεις χάθηκαν σπίτια,
έγινε ανάκλησης εγκεκριμένων δανείων,
επιβλήθηκαν πρόστιμα σε οφειλέτες σε
σημείο που τους οδήγησαν σε απόγνωση,
χωρίς ωστόσο αυτό να προβληματίσει
κανέναν. Εάν
μάλιστα αναλογισθεί ο αναγνώστης ότι η
τράπεζα παρουσιάστηκε στη καναδική
αγορά ως ο οικονομικός εκπρόσωπος της
ομογένειας επενδύοντας έτσι πάνω στην
αγάπη, το ρομαντισμό και
συναισθηματισμό των μελών της πρώτης
κυρίως γενιάς των μεταναστών για τη “μακρινή
πατρίδα”, αντιλαμβάνεται τα αισθήματα
που δημιουργούσε μια άδικη πολιτική
οικονομικής εκμετάλλευσης των αναγκών
των αποδήμων η οποίοι διέβλεπαν στο
μεγάλο ίδρυμα της γενέτειρας την
ομηρική ρήση : “και καπνόν ανοθρώσκοντα”.
Ήταν μια περίεργη αντίθεση μεταξύ των
κυβερνητικών διακηρύξεων περί
πολιτικής ενδιαφέροντος για τους
ομογενείς, και της οικονομικής
αφαίμαξης και εκμετάλλευσης των αναγκών
τους και κυρίως των ασθενέστερων
οικονομικά. Το
γεγονός αυτό μεταξύ άλλων έρχεται να
επιβεβαιώσει και ο αρχιτέκτονας και
ιδρυτής της τράπεζας του Καναδά
Κωνσταντίνος Ζήσης ο οποίος τονίζει ότι
ένας από τους λόγους της δημιουργίας της
τράπεζας υπήρξε και η σκέψη της βοήθειας
των αποδήμων Ελλήνων και ακόμα
περισσότερο η ενθάρρυνση τους να
συμμετάσχουν στα κοινά. Η Εθνική Τράπεζα
της Ελλάδας έχει να επιδείξει ένα
μοναδικό εθνικό έργο στο τομέα
υποστήριξης της εθνικής οικονομίας της
Ελλάδας από το 1890 και μετά. Η προσφορά
της υπήρξε και συνεχίζει να παραμένει
διαχρονική, υποστηρίζει ο ομιλητής,
αποτελεί ένα από τα τρία χαρακτηριστικά
στοιχεία τα οποία διακρίνουν και
αρμονίζουν την εθνική οικονομία, μετά
τον εφοπλισμό ο οποίος για
εκατονταετίες με τα εμβάσματα των
εργατών της θάλασσας αποτέλεσε το
υπόβαθρο πάνω στο οποίο στηρίχθηκε η
οικονομία του “μικρού και πτωχού”
Ελληνικού κράτους, και ο γαλανός ουρανός
της Ελλάδας με την ήρεμη και πανώρια
φύση της υπήρξαν το μυστικό της δεύτερης
μεγάλης βιομηχανίας του Τουρισμού, που
βοήθησε να στεριώσει η εθνική οικονομία.
Κύρια πάντως πηγή υπήρξαν τα εμβάσματα
των μεταναστών, πάνω σε αυτά στηρίχθηκε
ανέκαθεν το εθνικό κέντρο για να
ξεπεράσει τις δυσκολίες του. “Εκείνοι
που αποφάσισαν να δημιουργήσουν την
Εθνική Τράπεζα Καναδά,” σύμφωνα πάντοτε
με τον Κώστα Ζήση, “ πήραν αυτή την
απόφαση για να συνδέσουν τους απόδημους
Έλληνες με την πατρίδα. Η πρόσφορα της
τράπεζας στην εθνική οικονομία
διαχρονικά αποτελούσε έναν θετικό πόλο
και μια ανεκμετάλλευτη πηγή πλούτου.” Όταν
πάρθηκε η απόφαση για την δημιουργία των
καταστημάτων της Ατλάντικ και του
Καναδά, βασική σκέψη δόθηκε στη
πιθανότητα αξιοποίησης των δυνατοτήτων
των μεταναστών ομογενών στη βιομηχανία
παραγωγής και διάθεσης αγαθών, της
τουριστικής βιομηχανίας από Αμερική και
Καναδά προς Ελλάδα, επιμένει ο ομιλητής.
Η Ατλάντικ σήμερα έκλεισε τριάντα πέντε
χρόνια ύπαρξης και προόδου στις
Ηνωμένες πολιτείες, άνετα θα μπορούσε να
παραμείνει μια εθνική οικονομική βάση
στον βόρειο αμερικανικό χώρο για άλλα
τόσα ή και εκατό είκοσι ακόμα χρόνια. Μια
δυναμική οικονομική μονάδα η οποία θα
συνέχιζε να βοηθάει και να υποστηρίζει
τον Έλληνα μετανάστη και τα παιδιά του
έτσι που να μπορούν να επιβληθούν στις
τοπικές τους αγορές. “Δεν υπάρχει
αμφιβολία,” υποστηρίζει ο ομιλητής, “
ότι μια οικονομικά δυνατή εθνική
κοινότητα, αποτελεί τη βάση πάνω στη
οποία στηρίζει το κέντρο τα εθνικά μας
συμφέροντα και τη δυνατότητά του να τα
προβάλλει και να τα επιβάλλει στην
διεθνή κοινότητα. Δεν είναι επομένως
μόνον το εάν και κατά πόσον η τράπεζα
παρουσιάζει κέρδη ή ανάπτυξη 6 ή 24 τις
εκατόν, το χρόνο, μα και η μακρόχρονη και
διαχρονικές της προοπτικές.” Η
τράπεζα ξεκίνησε με ελάχιστα κεφάλαια
και κατόρθωσε σε ένα μικρό διάστημα δύο
δεκαετιών να επιβληθεί και να απλωθεί σε
ολόκληρη την Καναδική επικράτεια. Κάθε
κατάστημά της ήταν και ένας κράχτης του
ελληνικού δυναμικού, του ελληνικού
πολιτισμού, στο βόρειο αμερικανικό χώρο. Αυτός
ήταν και ο λόγος που ο ίδιος κάθε νέο
κατάστημα το στόλιζε με αντίγραφα
αρχαίων παραστάσεων, “πίστευα και
πιστεύω ότι η καθημερινή επαφή του
ομογενούς μετανάστη με το ίδρυμα του
δημιουργεί αναμνήσεις και τον δένει
συναισθηματικά με το παρελθόν, με τον
τόπο του, τον πολιτισμό του”,
συμπληρώνει ο Κώστας Ζήσης. Δεν βρέθηκε
η τράπεζα στο Καναδά και τις ΗΠΑ μόνο για
τα οικονομικά οφέλη και τα κέρδη, αλλά
για το μοναδικό διαχρονικό ρόλο της να
γίνει η οικονομική αμαξοστοιχία η οποία
θα υποστήριζε και θα βοηθούσε στη
ανάπτυξη της ομογένειας. Για κάποιο λόγο
συνεχίζει να πιστεύει ότι τα παιδιά των
ομογενών μεταναστών που ασχολήθηκαν με
τη τράπεζα, έπρεπε να αποτελέσουν τα
κύρια στελέχη για τη παραπέρα ανάπτυξη
του οργανισμού, αυτό θα μπορούσε να
επιτευχθεί με το γεγονός της
οικονομικής και πολιτιστικής προσφοράς
του οργανισμού προς τη νέα γενιά των
Καναδών Ελληνικής καταγωγής. “Τα παιδιά
αυτά πλαισιωμένα με τη κουλτούρα τους
και την φυσική ιδιοφυΐα της φυλής, θα
μπορούσαν να δημιουργήσουν ένα μοναδικό
οικονομικό θαύμα και να αναδείξουν την
ομογένεια σε οικονομικό παράγοντα των
χωρών που ζει και εργάζεται, με όλα τα
σχετικά ευεργετήματα για το εθνικό
κέντρο και τις κυβερνήσεις του. Το
άσχημο λοιπόν είναι το γεγονός ότι οι
διοικούντες το ίδρυμα της Αθήνας, έχουν
ξεχάσει αυτό το διαχρονικό ρόλο της
τράπεζας για το μέλλον του απόδημου
Ελληνισμού, της προόδου του και φυσικά
και των ευεργετημάτων από αυτή τη πρόοδο
για το εθνικό κέντρο.” Σχετικά
με την αποδοχή και εφαρμογή συστημάτων
τα οποία αποβλέπουν στην αύξηση των
κερδών της τράπεζας, ο Κωσταντίνος Ζήσης
είναι κατηγορηματικός, αυτοί που
θέλησαν να εφαρμόσουν μια παρόμοια
πολιτική, τονίζει, έδιωξαν την ομογένεια
και απομόνωσαν το ίδρυμα από τους
φυσικούς του πελάτες. Αυτούς ακριβώς που
υποτίθεται δημιουργήθηκε για να
εξυπηρετήσει. Εκείνοι που θέλησαν να “καναδοποιήσουν”
αυτό τον εθνικό οργανισμό, διέπραξαν ένα
τεράστιο σφάλμα, τονίζει ο ομιλητής. Από
πρακτικής πλευράς το ερώτημα που
δημιουργείται και πάλι σχετικά με αυτή
τη πολιτική συνεχίζει
να ταλαιπωρεί τον ομογενή πελάτη του
ιδρύματος, ο οποίος ξαφνικά αισθάνθηκε
μια απαράδεκτη οικονομική αφαίμαξη από
εκείνους οι οποίοι τον έπεισαν ότι
επρόκειτο για “τη δική του τράπεζα”.
Όσοι δε είχαν την ατυχία να ζητήσουν
κάποια δανειοδότηση από τον οργανισμό,
δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι το
μετάνιωσαν οικτρά. Στη πραγματικότητα
οι υποχρεώσεις τους προς το ίδρυμα
ξεπερνούσαν κατά πολύ εκείνες έναντι
των πιστωτικών καρτών. Σχετικά
με το μέγεθος και το ύψος αυτών των ποσών
θα πρέπει να τονίσω ότι οι υποχρεώσεις
διατήρησης ενός λογαριασμού, πολλές
φορές ξεπερνούσαν το αρχικά συμφωνηθέν
ποσό κατά δύο και τρεις φορές. Εάν δηλαδή
η υποχρέωση ενός ομογενούς ήταν η
καταβολή $ 80.00 δολαρίων το χρόνο για τη
διατήρηση του λογαριασμού του στο
ίδρυμα, το ποσό αυτό με τα πρόστιμα και
τις διάφορες επιβαρύνσεις που είχαν
επιβάλλει και εφάρμοζαν οι διευθύνοντες
το ίδρυμα, χωρίς καν να τον ενημερώσουν,
ξεπερνούσαν πολλές φορές τα $ 240.00
δολάρια, τα οποία αφαιρούσαν από το
λογαριασμό του πελάτη κάθε φορά που
εκείνος κατέθετε χρήματα. Δεν υπάρχει δε
αμφιβολία ότι η πρακτική αυτή
αποτελούσε κάποια μορφή ανήθικης και
εκμετάλλευσης των αναγκών και της
αδυναμίας των οικονομικά αδύνατων
ομογενών να παρακολουθήσουν τις
μεταβολές των λογαριασμών τους με την NBG Bank- Canada.
Ενώ
όμως εφαρμόζονταν αυτά τα δραστικά
μέτρα των “ οικονομικών προστίμων” σε
βάρος εκείνων που δεν κατόρθωναν να
ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους
έγκαιρα, και τα οποία στόχευαν στην
αύξηση των κερδών του οργανισμού,
παράλληλα η διοίκηση φρόντιζε να
προσφέρει στα στελέχη της οικονομικές
απολαβές και άλλα ευεργετήματα ενώ
επέμενε στην εφαρμογή πολιτικής
λιτότητας των εργατών της πρώτης
γραμμής επαφής της τράπεζας με τους
πελάτες. Ήταν ένα σχήμα οξύμωρων. Υπολογίζεται
π.χ. ότι ο ετήσιος μισθός του δημιουργού
της Τράπεζας στο Καναδά και πρώτου
προέδρου της, του Κώστα Ζήση, ουδέποτε
ξεπέρασε τις $ 85.000 δολάρια το χρόνο. Ο
δεύτερος στην ιεραρχία της διοίκησης
και ένα πραγματικό στέλεχος το οποίο
ουδέποτε υπολόγισε χρόνο ή κόπο
προκειμένου να βοηθήσει το ίδρυμα, ο
Δημήτρης Γιαντσούλης, πρώτος
αντιπρόεδρος και υπεύθυνος της
οικονομικής δραστηριότητας του
ιδρύματος ουδέποτε ξεπέρασε τις $ 70.000
δολάρια το χρόνο. Ακόμα
μικρότερος ήταν ο μισθός του υπεύθυνου
του ιδρύματος για το Οντάριο, ο οποίος
εργαζόταν επτά ημέρες την εβδομάδα και
πολλές φορές πάνω των δεκάξι ωρών,
προκειμένου να κάνει συνείδηση στην
ομογένεια το ρόλο και το έργο της
τράπεζας. Με το κύμα, ωστόσο, της νέας
διοίκησης και την εισαγωγή της νέας “κουλτούρας”
στο ίδρυμα, η πραγματικότητα αυτή όχι
μόνο ξεπεράστηκε μα ακόμα περισσότερο
και γελοιοποιήθηκε. Σύμφωνα
με μη διασταυρωμένες πληροφορίες μου, ο
μισθός του Νίκου Αυγουστάκη, τελευταίου
προέδρου και γενικού διευθυντή του
ιδρύματος υπολογίζεται σε διακόσιες
πενήντα χιλιάδες δολάρια το χρόνο.
Εκείνος των αντιπροέδρων γύρω στις
εκατό πενήντα, του δε υπεύθυνου
διευθυντή εργασιών για το Οντάριο γύρω
στις εκατό είκοσι χιλιάδες. Θα πρέπει να
τονίσω ότι μολονότι προσπάθησα να
διασταυρώσω αυτές μου τις πληροφορίες,
δυστυχώς δεν το κατόρθωσα, λόγω του ότι
οι υπεύθυνοι ουδέποτε απάντησαν στα
τηλεφωνήματά μου. Όσο
για το υπαλληλικό προσωπικό του
οργανισμού, τους εργάτες της πρώτης
γραμμής, τα παιδιά της ομογένειας, τα
παιδιά εκείνων που με τις καταθέσεις
τους θεμελίωσαν εκείνο το υπέροχο
ίδρυμα, συνέχισαν να πληρώνονται με δέκα
δολάρια την ώρα, επειδή το ίδρυμα δεν
είχε την πολυτέλεια μεγάλων κερδών για
να μπορεί να πληρώσει περισσότερα. Το
ποσό αυτό είναι μικρότερο κατά 40 τις
εκατό από το αντίστοιχο των άλλων
τραπεζιτικών ιδρυμάτων του Καναδά.
Πληροφορίες αναφέρουν ότι κάθε φορά
που ερχόταν θέμα αύξησης των υπαλλήλων η
απάντηση του Νίκου Αυγουστάκη ήταν
δυστυχώς: “είμαστε υποχρεωμένοι να
δεχθούμε το γεγονός σαν πρόκληση μέσα
στα πλαίσια του ανταγωνισμού της αγοράς.”
Στη πραγματικότητα η NBG
Bank του Νίκου
Αυγουστάκη, είχε καταντήσει ο
μεγαλύτερος εκμεταλλευτής των νεαρών
Καναδών ελληνικής
καταγωγής, κάνοντας κατάχρηση της
ανάγκης τους για εργασία. Προκειμένου,
ωστόσο, να μπορέσει να δικαιολογήσει
μεγαλύτερη αμοιβή για τον υπεύθυνο του
Οντάριο δεν έδειξε κανέναν ενδοιασμό
προκειμένου να τον ονομάσει “Βοηθό
αντιπρόεδρο”, χορηγώντας του
μεγαλύτερο μισθό καθώς επίσης και ένα
πολυτελέστατο αυτοκίνητο. Παράλληλα με
τη νέα “κουλτούρα” που έφεραν στον
οργανισμό, ο καταμερισμός εργασίας των
μελών της προηγούμενης διοίκησης
ξεπεράστηκε με χαμόγελα ειρωνείας. Έτσι
οι υποχρεώσεις και η εργασία του Δημήτρη
Γιαντσούλη, τώρα διασπάστηκε και
μοιράστηκε σε τρεις διαφορετικούς
αντιπροέδρους οι οποίοι εκτελούσαν το
έργο εκείνου επιβαρύνοντας το ίδρυμα με
τους παχυλούς μισθούς τους και την
έλλειψη σεβασμού των υφισταμένων
τους. Όταν κάποια στιγμή αυτής της
έρευνας ρώτησα πρώην στέλεχος της
τράπεζας να μου πει τις εντυπώσεις του
για τη διεύθυνση ο τελευταίος με κοίταξε
καλά και δήλωσε “ το μόνο που είναι
ψέματα Θωμά είναι ότι δέχθηκα ερωτική
κακοποίηση, πέρα τούτου όμως σε
διαβεβαιώ ότι υποβλήθηκα σε κάθε άλλη
μορφή κακοποίησης πάνω στη δουλειά μου.” Ένα
άλλο στέλεχος του οργανισμού μου
διαβεβαίωσε ότι υποχρεώθηκε να
παραιτηθεί από την εργασία του, ύστερα
από ένα περίφημο “γαμήσου” που του
πέταξε στα μούτρα ο προϊστάμενος του και
μάλιστα δημόσια. Πρόσφατα δοκιμασμένη
διοικητική υπάλληλος της τράπεζας
υποχρεώθηκε να αφήσει τη δουλειά της και
να φύγει, κυνηγημένη στην κυριολεξία από
τον προϊστάμενό της, επειδή κάποια άλλη
τράπεζα ζήτησε πληροφορίες χαρακτήρα
για την ίδια. Οι πληροφορίες που δόθηκαν,
ήταν τόσο αρνητικές, ώστε η νέα τράπεζα
να τις παραβλέψει και να τη προσλάβει. Θα
πρέπει να αναφερθεί ότι το στέλεχος αυτό
της NBG
Bank,
διαμαρτυρήθηκε τόσο στο γενικό
διευθυντή, όσο και το προσωπάρχη της
τράπεζας, όσο και τους
συμβούλους της τράπεζας από το
Οντάριο, χωρίς ωστόσο κανένας τους να
τολμήσει να παρέμβει για λογαριασμό της. Έτσι,
λοιπόν φθάσαμε στη πώληση της NBG
Bank, είναι δε
βέβαιο ότι σαν συνέπεια αυτής της πράξης
πρόκειται να χάσουν τη δουλειά τους όλοι
σχεδόν οι διοικητικοί υπάλληλοι της NBG.
Οι τελευταίοι που θα φύγουν και πάλι
λέγεται ότι είναι οι Αυγουστάκης και
Πατηνιώτης, οι οποίοι θα συνεχίσουν με
τη νέα τράπεζα για άλλον ένα χρόνο
προκειμένου να ολοκληρωθεί η μεταβίβαση
του ιδρύματος στον αγοραστή. Στην
πραγματικότητα όλοι τα ανώτατα στελέχη
του ιδρύματος πρόκειται να λάβουν ένα
παχυλό πακέτο αποζημίωσης, έναντι των
πραγματικών εργατών της τράπεζας, οι
οποίοι περιορίζονται στο ελάχιστο
προβλεπόμενο από το νόμο. Για
ακόμα μια φορά τα παιδιά του απόδημου
Έλληνα, αισθάνονται την ξινή γεύση της
εγκατάλειψης του εθνικού κέντρου, παρά
τις μεγαλόστομες διακηρύξεις του για
αγάπη και το ενδιαφέρον του για τους
απόδημους. |
|