![]()
|
||
|
|
||
|
|
||
Μπροστά
στην Ιστορία
Αισθήματα οργής και αγανάκτησης προκάλεσε σε ένα μεγάλο αριθμό ομογενών η πρόσφατη απόφαση των ηγετών της ΕΕ να παραχωρήσει ημερομηνία έναρξης ενταξιακών διαπραγματεύσεων με τους σχετικούς μηχανισμούς της Ένωσης. Για όλους εκείνους που πίστευαν ότι η ηγεσία της Ευρώπης θα είχε ταχθεί υπέρ των δικαίων της Κύπρου, ήταν επόμενο τα αποτελέσματα της 17ης του Δεκέμβρη, 2004, να αποτελέσουν μια οδυνηρή εμπειρία με την δημιουργία νέων πολιτικών δεδομένων. Για τους πολιτικούς παρατηρητές, ωστόσο, η 17η του Δεκέμβρη δεν αποτέλεσε κάποιο είδος έκπληξης σε ότι αφορά τις νέες πραγματικότητες που δημιούργησε. Πέραν δε των αισθημάτων αγανάκτησης που προκάλεσε η απόφαση των 25, θα είναι καλό να αναλογισθούμε ότι στην συνεδρίαση αυτή συμμετείχαν, με προνομιακή μάλιστα θέση τόσο οι κυβερνήσεις της Ελλάδας, όσο και εκείνη της Κύπρου, έναντι της Τουρκικής η οποία διαπραγματευόταν τις θέσεις της από το παρασκήνιο της Ουάσιγκτον, του Λονδίνου και φυσικά και των Βρυξελών. Και θα πρέπει να παραδεχθούμε και να αναγνωρίσουμε τις χαρισματικές διαπραγματευτικές ικανότητες του Τούρκου πρωθυπουργού, ο οποίος με τους δικούς του διπλωματικούς ελιγμούς, κατόρθωσε να θέσει στο περιθώριο των διαπραγματεύσεων κάθε αντίρρηση και διαφωνία εκείνων που προσπαθούσαν να εκφράσουν κάποιες διαφωνίες για την μέχρι σήμερα πολιτική της Τουρκίας. Παρά δε την έντονη προσπάθεια της Κυπριακής αντιπροσωπείας να τοποθετηθούν οι πολιτικές πραγματικότητες στην πραγματική τους βάση, τα γεγονότα αποδεικνύουν ότι την εκστρατεία “διαφώτισης” των Ευρωπαίων την είχε κερδίσει νωρίτερα η κυβέρνηση της Άγκυρας η οποία τους τελευταίους μήνες είχε επιδοθεί σε μία πρωτοφανή κινητικότητα με διαρκείς επισκέψεις στις πρωτεύουσες της Ευρώπης, προκειμένου να πείσει τις αντίστοιχες κυβερνήσεις για την ανάγκη της αποδοχής της στην Ένωση. Το ίδιο διάστημα, τόσο η Αθήνα, όσο και η Λευκωσία, συνέχιζαν να διαλαλούν την απροθυμία τους να ασκήσουν το Veto τους, ενθαρρύνοντας έτσι την Άγκυρα να ακολουθήσει την σκληρή πολιτική της γραμμή έναντι τόσο των Αθηνών όσο και της Λευκωσίας. Για όσους παρακολουθούν τις πολιτικές εξελίξεις στην περιοχή της νοτιοανατολικής Μεσογείου, ήταν γνωστό ότι η Άγκυρα είχε επιδοθεί σε μία εκφοβιστική προσπάθεια με τις καθημερινές παραβιάσεις των αεροσκαφών της πολεμικής της αεροπορίας του εθνικού εναέριου χώρου της Ελλάδος και της Κύπρου. Παρ’ όλα αυτά τόσο η Ελλάδα, όσο και η Κύπρος δεν έδειξαν καμία απολύτως διάθεση να καταγγείλουν αυτήν την απαράδεκτη πρακτική στους συνεταίρους τους της ΕΕ. Κάτω από αυτές τις πραγματικότητες, όπως ήταν επόμενο, η Τουρκική διπλωματία είχε όλη την ευκαιρία να πείσει τους Ευρωπαίους για τα δίκαια της. Έτσι φθάσαμε στις 17 του Δεκέμβρη του 2004, όπου η ηγεσία της Ένωσης αποφάσισε να προσφέρει στην Τουρκία την μοναδική ιστορική ευκαιρία του εικοστού πρώτου αιώνα, ημερομηνία έναρξης διαπραγματεύσεων, χωρίς καμία υποχρέωση της τελευταίας να σεβαστεί και αναγνωρίσει την Κυπριακή Δημοκρατία, την συνοριακή γραμμή της Ελλάδας στο Αιγαίο, την Θράκη και τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου. Η επιτυχία αυτή της Άγκυρας, δεν υπάρχει αμφιβολία, της προσφέρει μια εξαιρετικά προνομιούχα ευκαιρία προβολής των απαιτήσεων της, οι οποίες και παραμένουν όπως έχουν προς το παρόν, με την πιθανότητα να αναβιώσουν σε βάρος των Ελληνικών δικαίων στο μέλλον. Από πλευράς Αθηνών, τόσο ο Πρωθυπουργός της χώρας, όσο και ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης ελάχιστη έδειξαν διάθεση αντίδρασης, μιας και η όλη διαδικασία εμπίπτει στα πλαίσια του νατοϊκού σχεδίου “Φαιδώρα” στο οποίο είχαμε αναφερθεί εδώ και δώδεκα χρόνια. Ενώ όμως αυτή εμφανίζεται η κατάσταση από πλευράς Αθηνών και Λευκωσίας, το ευτύχημα είναι ότι η Τουρκία σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται να κατορθώσει να γίνει ισότιμο μέλος των Ευρωπαϊκών κρατών. Είναι δε βέβαιο ότι παρά την προσπάθεια και επιθυμία της Ουάσιγκτον και του Λονδίνου, να διατηρήσουν την χώρα αυτή ενιαία μέσα στα πλαίσια της ΕΕ, οι πολιτικές εξελίξεις της περιοχής τα επόμενα δέκα χρόνια θα έχουν σαν αποτέλεσμα κατακλυσμικές αλλαγές κοινωνικές και οικονομικές, οι οποίες ουσιαστικά θα οδηγήσουν στην διάσπαση της διοικητικής της επικράτειας σε πέντε πολιτικές διοικητικές περιοχές, ανεξάρτητες και αυτοδιοίκητες. Είναι γνωστό ότι η Άγκυρα σήμερα στηρίζεται κυρίως στην υποστήριξη και προστασία της Αμερικανικής διοίκησης. Δυστυχώς για αυτήν όμως o George Bush, πρόκειται να παραμείνει στην εξουσία άλλα τέσσερα μόνον χρόνια, διάστημα ελάχιστο για να προλάβει η Άγκυρα να ολοκληρώσει τον απαιτούμενο κύκλο των μακρών και δύσκολων διαπραγματεύσεων της με την Ευρώπη. Μια πραγματικότητα η οποία εργάζεται ενάντια στα συμφέροντα της Άγκυρας. Παράλληλα όμως με αυτό, οι αναμενόμενες κοινωνικές ανακατατάξεις και τα εθνικιστικά κινήματα μέσα στην χώρα, είναι βέβαιο ότι πρόκειται να υποχρεώσουν τους κεμαλικούς της στρατηγούς να παρέμβουν, “για να σώσουν το ενιαίο του κράτους”, η κίνηση αυτή θα αποτελέσει τελικά και την χαριστική βολή της Άγκυρας στην κούρσα της προς την Ευρώπη. Είναι δε βέβαιο ότι ο μεγάλος χαμένος από αυτές τις εξελίξεις θα είναι η Κύπρος, την οποία θα κρατήσουν με κάθε θυσία οι στρατηγοί. Και φυσικά σε αυτήν θα αρχίζει και θα τελειώνει η Ενωμένη Ευρώπη, εξ αιτίας της ατολμίας και αδυναμίας της να παρέμβει σήμερα και να απαιτήσει τον σεβασμό των κανόνων της από την Ασιατική αυτή χώρα της οποίας η απειλή εναντίον του Ευρωπαϊκού πολιτισμού είχε φθάσει προ τετρακοσίων χρόνων μπροστά στις πύλες της Βιένης. Όσο για κείνους που επιμένουν ότι η Τουρκία είναι μια παντοδύναμη στρατιωτικά δύναμη, ας μου επιτρέψουν να τους παραπέμψω στην αυτοβιογραφία του πρώην προέδρου της Αμερικής Bill Clinton, ο οποίος αναφερόμενος στα γεγονότα των Ιμια, στην σελίδα 697, παράγραφος Τρίτη, γράφει ότι την βραδιά των γεγονότων τόσο ο Πρόεδρος της χώρας Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ, όσο και η πρωθυπουργός Τανσού Τσιλέρ, τον παρακαλούσαν (implored me), να παρέμβει για να σταματήσει εκεί το κακό μιας πιθανής στρατιωτικής σύρραξης. Πράγμα το οποίο έκανε τελικά και αποφεύχθηκε ο πόλεμος. “Πατρίδες”
|
|
|