The strong voice of a great community
Αύγουστος 2006

Πίσω στο ευρετήριο

 Ένας πόλεμος δίχως νόημα

                                                               Του Θωμά Στεφ. Σάρα

 

Η  διαφορά μεταξύ αναγκαίου και απαραίτητου, βρίσκεται στο ότι στη μεν πρώτη περίπτωση οι πολιτικές και διπλωματικές πραγματικότητες που επικρατούν υποχρεώνουν μια διοίκηση να στραφεί στη χρήση βίας προκειμένου να διασφαλίσει “βασικά και αναφαίρετα” δικαιώματά τα οποία της αναγνωρίζει το διεθνές δίκαιο, στη δε δεύτερη η εξ αιτίας της πείσμονας άρνησης οποιασδήποτε μορφής εξουσίας να σεβασθεί και να τιμήσει τα διεθνώς κατοχυρωμένα δικαιώματα, η καταπάτηση των οποίων δεν αφήνει κανένα περιθώριο συμβιβασμού στον αδικούμενο ο οποίος στρέφεται στη χρήση της βίας, ως το μοναδικό μέσο επιβολής σεβασμού των δικαίων του.

Κάπως έτσι άρχισαν και οι πολεμικές επιχειρήσεις των ημερών αυτών, μεταξύ της πολιτείας του Ισραήλ και εκείνης του Λιβάνου, ύστερα από την παραβίαση των συνόρων από τους αντάρτες “Χεζμπολά” και την απαγωγή δύο στρατιωτών του Ισραήλ. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι στην προκειμένη περίπτωση το θύμα  ήταν το Ισραήλ και ο παραβάτης του δικαίου οι παραστρατιωτικοί “Χεζμπολά”. Η ενέργεια εκείνη των παραστρατιωτικών του Λιβάνου είναι καταδικαστέα και η αντίδραση του Ισραήλ, όσο και εάν φαίνεται σκληρή, κρίθηκε αναγκαία τουλάχιστον από τους φίλους της στην Ουάσιγκτον. Από το σημείο αυτό όμως μέχρις εκείνο των κατεδαφιστικών, βίαιων και θανατηφόρων βομβαρδισμών της πολεμικής αεροπορίας του Ισραήλ, κυρίως εναντίον του άμαχου πληθυσμού του Λιβάνου, υπάρχει τρομερή διαφορά.  Είναι αδιανόητο το ότι κάποια διοίκηση με την αιτιολογία της τιμωρίας των “κουρσάρων” που κακοποίησαν τα σύνορα της και το διεθνές δικαίο, επιτρέπει, με την ανοχή της διεθνούς κοινότητας, στα όργανά της το δικαίωμα της ολοκληρωτικής καταστροφής, της κακοποίησης και του θανάτου χιλιάδων αθώων πολιτών, οι οποίοι δεν έχουν καμία σχέση με εκείνους που την έβλαψαν και παραβίασαν το δίκαιο.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι συνεχείς, από αέρα και πυροβολικό, βομβαρδισμοί των Ισραηλινών, χωρίς να έχουν επιτύχει κανένα στρατιωτικό αποτέλεσμα, δεν πέτυχαν να υποχρεώσουν την μαχητική παραστρατιωτική οργάνωση της ηγεσίας των “Χεζμπόλα” μήτε και να ζητήσει συγγνώμη ή κάποια έκφραση λύπης, αντίθετα μάλιστα οι πραγματικότητες μας διαβεβαιούν ότι οι βομβαρδισμοί δυνάμωσαν τη δημοτικότητα του κινήματος στη κοινή γνώμη των αραβικών μαζών. Αυτή είναι και η αιτία για το ότι οι βομβαρδισμοί των ισραηλινών αποτέλεσαν ένα πραγματικό δώρο για την ηγεσία της  “Χεζμπολά”, άπαξ και τα μέλη της οργάνωσής  έχουν επιβληθεί πλέον στη συνείδηση των ταλαιπωρημένων πολιτών του Λιβάνου ως ήρωες, έχουν δε δημιουργήσει τόσο δυνατά αισθήματα αγανάκτησης και μίσους στη κοινή γνώμη του αραβικού κόσμου, που σωστά διερωτάται ο παρατηρητής για τις πιθανότητες εξεύρεσης κάποιας λύσης από το διπλωματικό αδιέξοδο που έχουν επιβάλλει οι βομβαρδισμοί και η Ουάσιγκτον. Παράλληλα όμως τα γεγονότα αυτά δεν παύουν να είναι συνυφασμένα και να έχουν άμεση σχέση και με το γεγονός της έλλειψης ικανής ηγεσίας στο Λευκό Οίκο, ο ηγέτης του οποίου συνεχίζει να “παραμένει όμηρος” μιας ομάδας συμβούλων ξεκομμένων από την πραγματικότητα των ημερών.

Παράλληλα δε η αγριότητα και η ένταση της καταστροφικής προσπάθειας των Ισραηλινών, δημιουργεί καθημερινά και περισσότερες αρνητικές εντυπώσεις στη διεθνή κοινή γνώμη.

Το γεγονός των καθημερινών βομβαρδισμών και ο θάνατος κυρίως  γυναικόπαιδων και αμάχων, της καταστροφής οικιών και του συστήματος υποδομής του Λιβάνου, έχει καταστεί το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετώπισε ποτέ το Ισραήλ από τη δημιουργία του νεότερου κράτους. Η χρήση βομβών φωσφόρου καθώς επίσης και σύγχρονων διατρητικών συνέβαλλαν στην δημιουργία μιας ακόμη πιο επικίνδυνης κατάστασης καθώς απέδειξαν την εμπλοκή των Αμερικανών, έστω και έμμεσα, στην διένεξη. Όλα αυτά από κοινού με τους βομβαρδισμούς στόχων από τους Ισραηλινούς κατοικημένων περιοχών και τον θάνατο αθώων μη εμπόλεμων κυρίως παιδιών, άρχισαν να δημιουργούν αισθήματα καταδίκης της διεθνούς κοινής γνώμης, οι συνέπειες των οποίων δεν πρόκειται να αργήσουν να φανούν.

Οι βομβαρδισμοί, εξ άλλου, των παρατηρητηρίων των ειρηνευτικών δυνάμεων των Ενωμένων Εθνών και ο θάνατος μελών του σώματος των παρατηρητών, αρχίζει να δημιουργεί νέα αισθήματα και να αφυπνίζει τη διεθνή κοινή γνώμη, παρά το γεγονός της ατολμίας της διεθνούς διπλωματίας η οποία για ακόμα μια φορά στην ιστορία της ειρήνης εμφανίζεται αδύναμη και αναποφάσιστη.

Την κατάσταση  χειροτερεύει ακόμα περισσότερο  το γεγονός της άρνησης των ΗΠΑ και της Βρετανίας για την εφαρμογή κάποιας εκεχειρίας   η οποία θα έδιδε την ευκαιρία στους διπλωμάτες να αναζητήσουν και να επιβάλλουν  κάποια λύση σεβαστή από όλες τις πλευρές. Κάτι παρόμοιο θα επέτρεπε ακόμα στην διεθνή κοινότητα να δημιουργήσει και να τοποθετήσει στα σύνορα των δύο χωρών μια πολυεθνική ειρηνευτική δύναμη η οποία θα μεριμνούσε για την ασφάλεια του Ισραήλ και την ανεξαρτησία, πρόοδο και ασφάλεια των κατοίκων του Λιβάνου, ένα στοιχείο το οποίο είναι απαραίτητο για τη δημιουργία εμπιστοσύνης και ανάπτυξης σχέσεων καλής γειτονίας μεταξύ των δύο χωρών. Για να επιτευχθεί όμως κάτι παρόμοιο είναι απαραίτητη η ύπαρξη ισχυρής ηγεσίας τουλάχιστον στους κύκλους της υπερδύναμης, μια λεπτομέρεια η οποία αποδεικνύεται ότι δεν υπάρχει.

Όταν προ εξαετίας ο George W. Bush, με τη βοήθεια των δικαστών κατόρθωσε να καβαλήσει τη προεδρική καρέκλα, σε ένα άρθρο μου με τίτλο “Τα χρόνια του Καλιγούλα” έκανα σύγκριση των δύο εποχών και φυσικά παρομοίαζα τον γνωστό ηγέτη της Ρώμης με τον Αμερικανό των ημερών μας. Σήμερα, ωστόσο, ύστερα από έξι χρόνια κατοίκησης στο Λευκό Οίκο και άσκησης της εξουσίας από τον George W. Bush, τα έργα και οι ημέρες του, - θα πρέπει να παραδεχθώ-, ότι έχουν ξεπεράσει κατά πολύ εκείνα του “συμπαθούς Καλιγούλα” ηγέτη της τότε υπερδύναμης Ρώμης.

Ένα άλλο στοιχείο το οποίο συμβάλλει στην δημιουργία της σημερινής κρίσης είναι εκείνο της έλλειψης ικανής ηγεσίας στο Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ, όπου ο υπεύθυνος συνεργάτης του Προέδρου αποδεικνύεται κατά πολύ μικρότερος των περιστάσεων.  Η Αμερικανική διπλωματία, με την έναρξη των εχθροπραξιών, είχε την ευκαιρία της παρεμβολής και διατήρησης του πολιτικού ισόβαρου στην περιοχή. Κάτι το οποίο δυστυχώς δεν θέλησε να εκμεταλλευτή, αντίθετα μάλιστα με την στάση ανοχής που επέδειξε έναντι της επιθετικότητας του Ισραήλ, έγινε αιτία δημιουργίας νέων ρευμάτων στην κοινή γνώμη τα οποία με την ένταση των βομβαρδισμών δυναμώνουν καθημερινά και ήδη άρχισαν να απειλούν ολόκληρο το πολιτικό φάσμα όχι μόνο του Λιβάνου και των Παλαιστινίων, μα και ολόκληρης της Μέσης Ανατολής. Αυτή είναι μια πραγματικότητα η οποία φαίνεται ότι έχει πανικοβάλει τουλάχιστον τις ηγεσίες των φιλοδυτικών καθεστώτων της περιοχής, τα οποία αντιλαμβάνονται τον επερχόμενο “πολιτικό τυφώνα” και τον κίνδυνο των σαρωτικών κοινωνικών αλλαγών οι οποίες παρουσιάζονται στον ορίζοντα. Βέβαια μέχρι στιγμής, τόσο η Συρία, όσο και το Ιράν, προτίμησαν να παίξουν το ρόλο του σιωπηλού παρατηρητή και να “παραμείνουν” μακριά από τα πεδία των συγκρούσεων, παρά να λάβουν ενεργό μέρος στη διένεξη. Η πολιτική αυτή, είναι βέβαιο ότι δεν ήταν αποτέλεσμα φόβου ή και αδυναμίας τόσο, όσο μάλλον στρατηγικής και διπλωματίας, καθώς οι δύο αυτές δυνάμεις σήμερα εμφανίζονται οι μεγάλοι κερδισμένοι και δυνατοί οι οποίοι ελέγχουν τις αραβικές μάζες της Μέσης  Ανατολής.

Από την δική της πλευρά η διοίκηση του George W. Bush, αδύναμη να αντιδράσει σε αυτές τις πολιτικές διαμορφώσεις, προτίμησε να εξουσιοδοτήσει το Ισραήλ, να “τελειώσει τη δουλειά που άρχισε για δικό τους λογαριασμό”, με την έναρξη των βομβαρδισμών. Βέβαια τόσο ο Πρόεδρος όσο και οι υπηρεσίες πληροφοριών του, ποτέ δεν θα μπορούσαν να φανταστούν ότι σε ένα σχετικά σύντομο διάστημα θα κατόρθωναν οι άνδρες της παραστρατιωτικής “Χέζμπολα”, να διαμορφωθούν σε μια πραγματικά αξιόλογη ετοιμοπόλεμη δύναμη, η οποία θα είχε την ικανότητα να αντισταθεί σε έναν ισχυρό, καλά γυμνασμένο και εξοπλισμένο με τα ποιό σύγχρονα όπλα της εποχής, στρατό. Κάτω από αυτές τις διαμορφώσεις, όπως ήταν επόμενο τόσο η ΗΠΑ, όσο και μη Βρετανία προσπάθησαν να ξεπεράσουν το αδιέξοδο με τη δημιουργία πολυεθνικής δύναμης υπό τον ΟΗΕ η οποία θα φρόντιζε για την διατήρηση της ειρήνης. Για άλλη μια φορά ωστόσο δημιουργήθηκε νέο πρόβλημα από πλευράς των συμμάχων της Ουάσιγκτον, οι οποίοι έχοντας την εμπειρία των πρόσφατων γεγονότων στο Αφγανιστάν και το Ιράκ, προτίμησαν να δηλώσουν ότι στη περίπτωση των ειρηνευτικών δυνάμεων θα πρέπει να στραφούν προς τις χώρες της περιοχής και όχι έξω από τον κύκλο των επιχειρήσεων. Παρόμοια ήταν και η απάντηση του πρωθυπουργού του Καναδά Στήβεν Χάρπερ, ο οποίος ξεκαθάρισε τη θέση της κυβέρνησης του ότι δεν είχε καμία διάθεση να εμπλακεί  σε νέες περιπέτειες, ύστερα από τις τελευταίες απώλειες των Καναδικών ενόπλων δυνάμεων στο Αφγανιστάν.

Τέλος και κάτω από τη πίεση της κοινής γνώμης και λόγω της αδυναμίας του Ισραήλ  να επιτύχει κάτι το συναρπαστικό, τόσο η Ουάσιγκτον, όσο και το Λονδίνο αναγκάσθηκαν να ζητήσουν τη δημιουργία πολυεθνικής δύναμης του ΟΗΕ και την αναδίπλωση της   στη συνοριακή γραμμή μεταξύ Ισραήλ και Λιβάνου για την κατάπαυση των εκατέρωθεν εχθροπραξιών. Ήταν μια μοναδική ομολογία του αδιεξόδου στο οποίο βρέθηκαν ξαφνικά η Ουάσιγκτον και το Λονδίνο μα το όργανό τους το Ισραήλ. Στην διπλωματική γλώσσα ήταν μια μαρτυρία της αποτυχίας της πολιτικής τους και ένας τρόπος για να υποχωρήσουν των σχεδίων τους διατηρώντας τα προσχήματα. Η Ουάσιγκτον μάλιστα τόνισε τη πρόθεσή της να διαθέσει οικονομική βοήθεια $ 10.000 δολαρίων προκειμένου να ενισχύσει τις ένοπλες δυνάμεις του Λιβάνου, έναντι των τριών δις. δολαρίων με τα οποία ενισχύει κάθε χρόνο το στρατό του Ισραήλ. Είναι πραγματικά μια τραγελαφική κατάσταση η οποία απλώς αποδεικνύει το πολιτικό χάος που δημιούργησε η άστοχη και βεβιασμένη ενέργεια του Ισραήλ να ανοίξει μέτωπο με σκοπό τη διάλυση των παρακρατικών “Χεζμπόλα”.

Τέλος και ύστερα από το βομβαρδισμό στόχων του Λιβάνου με αποτέλεσμα το θάνατο εξήντα γυναικόπαιδων η Ουάσιγκτον υποχρεώθηκε να στραφεί στο ΓΓ του ΟΗΕ, σαν τον “από μηχανής θεό”, ώστε με την παρέμβαση του Συμβούλιου Ασφάλειας να ξεπεραστεί το αδιέξοδο και να κρατηθούν τα προσχήματα.