|
|
|
Αναφορά
στο Έργο του Φώτη Πράσινη
Φώτης Πράσινης –
Διηγήματα
Σχολιάζει ο Αναστάσιος Μπαξεβανίδης Το
1987 η Δημοτική Βιβλιοθήκη της Καβάλας,
για να παρουσιάσει την δουλειά του Φώτη
Πράσινη., ανθολόγησε
τριάντα ένα από τα δημοσιευμένα
διηγήματα, στο βιβλίο που θα προσπαθήσω
να ανοίξω σαν μια ξεχασμένη ανθοδέσμη με
λουλούδια τις χαρές, τις ευχαριστήσεις,
τις ικανοποιήσεις αλλά και τους πόνους,
τις λύπες, και τις απογοητεύσεις που
μεγάλωσαν τον ηρωισμό, την υπερηφάνεια
και την αξιοπρέπεια του ξεριζωμένου
Ελληνισμού από τις άλλες Πατρίδες. Ο
Φώτης Πρασινης είναι ένα από εκείνα τα
μεγάλα ανήσυχα κύματα που ξεκίνησαν από
την Ανατολική Ελλάδα (Θράκη,
Μικρασία) με τον ξεριζωμό, φορτωμένο με
ντέρτι, σεβντά, νταηλίκι και ελπίδα για
την νέα ζωή στην Βόρεια Ελλάδα. Γεννήθηκε
στην Μάδυτο της Ανατολικής Θράκης το 1912.
Το 1915 η οικογένεια του πήγε στην Πόλη για
περισσότερη ασφάλεια, λόγο του πρώτου
Παγκόσμιου πόλεμου. Το 1918 έχασε τον
πατέρα του. Μετά την Καταστροφή (1922-1924) η
οικογένεια του βρέθηκε στην Καβάλα, μια
ανθούσα καπνούπολη της εποχής. Ο
Φώτης Πράσινης. έκανε πολλές δουλειές
στα νεανικά του χρόνια για να μπορέσει
να επιζήσει στις σκληρές εποχές της
αποκατάστασης του ξεριζωμένου
Ελληνισμού. Το 1930 γράφεται στην
Γεωπονική Σχολή Αθηνών, όπου
παρακολουθεί μαθήματα για δυο χρόνια. Η
κατοχή τον βρίσκει στη Θεσσαλονίκη. Ο
Φώτης Πράσινης είναι ο ποιητικός
διηγηματογράφος της σχολής της
Θεσσαλονίκης του 1930-1950. Ήταν ιδρυτικό
μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών
Θεσσαλονίκης. Επί σειρά ετών τα
διηγήματα του παρουσιάζονται σ 'εφημερίδες,
και περιοδικά, προσφέροντας με την
συμμετοχή του υποστήριξη και λόγους
στην νοοτροπία του 1930- 1950. Πέρα από το
δυνατό συναίσθημα της νοστάλγιας με την
επικροτούμενη ποιητική ομορφιά στα
διηγήματα του, έδωσε πληθώρα
πληροφοριών σχετικά με την
κατασκευαστική και εικαστική τέχνη της
εποχής του στην Βόρεια Ελλάδα. Κάθε
διήγημα του είναι οργωμένο με καημό για
τις αδικίες, με πόνο για τις χαμένες
ευκαιρίες, με λαχτάρα να ξεφύγουν από
την μιζέρια και μ ‘ελπίδα ότι θα
ριζώσουν και θα προκόψουν στην νέα
Πατρίδα οι πρόσφυγες από την άλλη μεριά
της θάλασσας. Την Ελληνική θάλασσα, για
χιλιάδες χρόνια, το Αιγαίο. Η φυσική
παρουσία των ηρώων στη αποδώ μεριά,
παρουσιάζεται να είναι, μάλλον
φανταστική, μια και η ψυχική και η
πνευματική ύπαρξη αυτών αιωρείται και
καταπιάνονται συνεχώς με την
προηγούμενη ζωή και τις εμπειρίες τους
πάνω στην πρώτη τους Πατρίδα. Περιγράφει
τις προσπάθειες, την συμπεριφορά
“των άλλων Ελλήνων” και το
περιβάλαν που πρέπει να παραδεχτούν και
να δουλέψουν Μάζι του. Περιγράφει την
αδιόρθωτη, όμως γνωστή και παρ όλα αυτά
παράξενη και όμως συνηθισμένη
συμπεριφορά, εκτίμηση και συνήθως
αδιάφορη ικανοποίηση των κοινωνικών
αναγκών και απαιτήσεων. Ο
χρόνος μπορεί ν ‘αλλάζει και να
μεταφέρεται σε άλλα επίπεδα αριθμητικής,
αλλά ο κόσμος και η συμπεριφορά του
βρίσκονται στον κύκλο της επανάληψης
και της τυφλής Ορφικής αγγελίας. Τα
πάντα υπάρχουν και τα πάντα
αγωνίζονται όμοια
σε άλλο χρόνο. Η κοινωνική συμπεριφορά,
όπως δείχνουν τα πράγματα δεν αλλάζει
γιατί τα συναισθήματα δεν αλλάζουν.
Είναι αυτά η χαρα, η λύπη, η επιθυμία, η
ικανοποίηση, ο πόνος, η απογοήτευση κ.τ.λ.
Όμως ο χρόνος κουβαλάει με τα ίδια
συναισθήματα, τις ίδιες εικόνες και
μορφές με διαφορετικά χρώματα. Η
ανάμνηση της χαμένης Πατρίδας, η
απογοήτευση της ταυτότητας του
ξεριζωμένου Έλληνα, η λαχταρά για νέο
ξεκίνημα, η επίμονη για επιτυχία και
νίκη, ενάντια στην πραγματικότητα για
απεριόριστες ανάγκες δύναμης για την
πνευματική και βιολογική ανάσταση,
είναι το ζητούμενο και ο σκοπός της ζωής
και αυτά κατακλύζουν τις χρώματα-εικόνες
στις σελίδες των διηγημάτων του
συγγραφεα. Ο
ήρωας και η ηρωίδα συνεχώς στύβονται
ανάμεσα στις δυνάμεις της κίνησης και
της ορμής για τον θρίαμβο της ζωής. Η
επιτάχυνση ορίζεται από της σκληρή
έλλειψη του περιβάλλοντος. Η προσπάθεια
διάνυσης των αποστάσεων της επιθυμίας
από τον τελικό σκοπό, περνούσε από
κρισάρες για ισχνές ικανοποιήσεις. Τα
σκηνικά και οι εικόνες, αν και αρμονικά,
μαρτυρούν εγκατάλειψη της ευδαιμονίας
και στερέωση της λιτής και ουσιαστικής
ικανοποίησης της ανάγκης. Όπως
αναφέρεται «στο τρίτο σπίτι» για το
ενοικιαστήριο δωμάτιου, «με Πήγα να ιδώ
ένα παλιό γυμνό σιδερένιο κρεβάτι, ένα
τραπέζι ξύλινο πρόχειρο μια καρέκλα
ψάθινη και στενά παράθυρα ... παλιά κάδρα
από το μέρος καταγωγής τους που δεν
ένιωθαν την ανάγκη να τα αποχωριστούν...
Τα περικύκλωνε όλα η εγκατάλειψη.» Στην
ξερή εικόνα του χώρου ήρθε η αντίθεση
της νιότης για την σύνθεση της
ισορροπίας με, «τα λόγια τα λάμπρυνε το
ωραίο ψηλό κορμί και τα χτυπητά
τριλιγησματα δυο μικρών στητών κορφών.»
είναι η πρωτοβουλία της δυνατής νιότης
που διακρίνει και ξεχωρίζει μέσα στην
καταχνιά της ερημιάς, οπού η έλλειψη
μέσων ξοδεύει τη ζωή στην πρωτοτυπία της
επιβίωσης και την ανώτατη υποχρέωση
προς την φύση, μέσα από την ανάταση των
ονειρων. Ο
συγγραφεας, βρίσκεται κοντά στις
ανάγκες του ανθρώπου με γυμνασμένα
αντανακλαστικά, που βλέπουν την σοφία
της ανθρωπιάς απαράμιλλο την ιστορική
ευθύνη και για την κοινωνική εξαλλοίωση
της εκτίμησης και του φιλότιμου. Η
γιγάντωσε της ευγένιας και της υπόληψης
του Φ. Ωτη
Πρασινη τραγουδιέται στις ποιητικές
παραστάσεις “των επεισόδιων” στα
διηγήματα, «Τρία σκίτσα από έναν Εχθρό»,
όπως όταν «ο δρόμος εξακολουθούσε ν ‘επαναστατεί
και οι κατηφόρες να ρουφούν» το πνεύμα
εκείνων που δοκιμάζονται και ψάχνουν σε
ουρανό και Γη να βρουν λύσεις και να
δραπετεύσουν από αυτό που λέγεται
καλόχρονο. Και
συνεχίζει με το πάντα μηχανεύονται
αυτοί οι « σαράντα πέντε όλοι-όλοι σε μια
ολάκερη Πολιτεία πασχίζουν να
παριστάνουν την μεραρχία με τα
ουρλιαχτά τους.» Είναι άραγε εικόνες η
είναι οράματα της ικανοποίησης στο
ψάξιμο της παρηγοριάς σαν φαρμακερό
φάρμακο στον γυρισμό της άδειας
προσμονής «έτσι
η αλλιώς, η γαλήνη μας, κάθε φορά που
περνούσε, φτερούγιζε σκέψεις γυρισμού
στη λαχταρά της μυρωδιάς των Στενών και
της Πόλης» ...»αλά δεν είναι να φύγουμε,
τα πόδια μου δεν ανοίγουν για άλλο
ξεριζωμό.» Η
δύναμη της πεποίθησης ότι «είναι
ασύχαστη... με τα νέα μας μέρη, την
καινούργια γη μας, της Ανατολικής
Μακεδονίας... μπορεί να μην είναι τόσο
γλυκό το ψωμί μας ακόμα.»
Είναι η θέση, ο οραματισμός, που
κάνει την προσπάθεια πιο δυνατή, νικητή
χωρίς βιασύνες και παραπέταμα για
γρήγορες αλλαγές στη ζωή. Η ικανοποίηση
ότι, «για μένα δεν έχει άλλο ταξίδι. Από
δω βλέπω την Πατρίδα», δονεί την ησυχία
για ν ‘απολαύσει με τελική και καθολική
ικανοποίηση την χαρα της ύπαρξης, την
ζωή. Παρασέρνεται
με την εμπειρία της μεγάλης καταστροφής,
άλλα και με την ιστορική παιδεία της
Τουρκοκρατίας, και αντιμετωπίζει την
ανθρωπιά του με το κατεστημένο της ψυχής
του. Διστάζει όμως δεν παραδίνεται στις
συνήθειες. Απλώνει την εκτίμηση και χαρα
της καρδιάς του και αγκαλιάζει τον Νουφη
που «και ήταν ένας ξένος, ένας
αλλόθρησκος. Εχθρός.» Ο
άνθρωπος μπορεί ν ‘ανήκει σε μια φυλή, σ
’ένα έθνος, όμως μπορεί να έχει
διαφορετικές θέσεις και αξίες από αυτές
που στερεοτυπικά χαρακτηρίζουν τους
άλλους ομοεθνείς του. Στερεοτυπική θέση
γενικά είναι αρνητική στην πρόοδο, στην
επικοινωνία για καλύτερη συνεργασία κτλ,
διότι δεν επιτρέπει τις δυνατότητες, τις
ευκαιρίες εξέλιξης και επιτυχίας στο
χώρο της δράσης, των αναγκών, των
ερωτημάτων, όπου ο άνθρωπος αντιδρά,
ανταγωνίζεται και συναγωνίζεται. Στο
διήγημα «Τρία σκίτσα από έναν εχθρό»,
δοξολογείται η αδιάκριτη ανθρωπιά, που
έτυχε να είναι διαφορετική λόγο
ιστορικής πραγματικότητας και “επιβαλλόμενης
πνευματικής ανάγκης”. Όμως η εκτίμηση, η
αναγνώριση και η επιθυμία της αγάπης
χάρισε μια ουράνια εμπειρία ανθρωπιάς
στην περίοδο του πόλεμου (1941) και της
κατοχής. «Βαθιά
στον ορίζοντα» η φαντασία μας τρέχει να
βρει απαντήσεις στα παράξενα της ζωής,
όπως στο διήγημα του Φ. Πρασινη που
φέρνει τον κόσμο πλάει-πλάει στις γερές
καρδιές των ανθρώπων που τα όνειρα τους
δέσανε μια και είναι πραγματιστές και
βλέπουν ότι αυτό είναι το καλύτερο που
μπορούν να κάνουν για να σαλπάρουν με
την επίμονη τους και το θάρρος τους για
καλύτερες κοιλάδες. Και αφού πάρθηκε η
απόφαση για εκεί που «νερά και γη
αρμενίζουν, δεν στέκονται. Πορεύονται
για τις τριανταφυλλιές χώρες των νησιών
της βορινού Αιγαίου.» Κάθονται
κοντά και συλλογίζονται τ ‘αδιόρθωτα,
γιατί έτσι είναι η ζωή, της επιθυμίας,
της ικανοποίησης, και της ευχαρίστησης
αλλά με την αρχή στις αξίες της
αξιοπρέπειας, του σεβασμού και της
υποχρέωσης, που τις κουβαλούν από τότε. «Είναι
η Μούργοι, η γειτονοπούλα που ερεθίζει
την ηρεμία της σιωπής, την απαίτηση της
προσευχής... τα ποδιά της γυμνά
πλατσουρίζουν, αγάλι-αγάλι στις άσπρες
πλάκες της αυλής, σαν ένα λευκό ζευγάρι
περιστέρια.» Η
πολεμική της ζωής του Ενεστώτα χρόνου
δέχεται την άμυνα, όπως γενικά
πιστεύεται ότι είναι η καλύτερη επίθεση
για την προάσπιση των συμφερόντων του
κόσμου που πρώτοι πεθαίνουν στα πεδία
που διδάχτηκαν από τον χρόνο της
παραδοχής για το γεγονός ότι όλα είναι
όπως ορίζονται στη ζωή με τις πολλαπλές
διεκδικήσεις στην ζωή . Η
αρτιότητα της πνευματικής παρουσίασης
των ανθρώπων στις παλιές και στις νέες
καταστάσεις μεταφέρονται από τη φύση
παραβολικά. «Κοίτα
προς την θάλασσα, που είναι γαλάζια,
λαδιά, ξέθωρη. Κάλο θαλασσί, γαλάζιο δεν
έχει τέτοιο καιρό η θάλασσα μας, εξόν
στιγμές-στιγμές, τις σκούρες θαλασσιές
γραμμές των καϊκιών που φεύγουν η τις
ακρογιαλιές που χτυπιούνται από τον
αγέρα της στέριας.» Έξοδο
από τις σύγκαιρες των περιορισμών που
άφθονα η εχθρότητα, και η μιζέρια των
καιρών φορτώνει στους αδύνατους ωμούς
και αυτής της νέας γενιάς, γιατί η
ομορφιά του άσπρου Μάρμαρου στον τοίχο
του φτωχού σπιτιού, «μια
ποδιά λινή κρεμ, ξεθωριασμένη...
γιατί ο ήλιος ανέβηκε πολύ ψηλά από τα
θαλασσο-στενά της Θασοπουλας... βάζει το
σκαμνί και αψηλώνει, Χώνει το κεφάλι μες
στον Κισσό ... μου έρχεται να τρέξω να την
βγάλω από τον κισσό και να την δεχτώ...
πέρα είναι πέλαγο
και νησιά... η Θάσο πορεύεται. ο Άθως πέρα
αναφαίνεται.» Ο
Φωτης Πρασινης δεν αφήνει σημεία και
πράγματα, της ζωής των νιόφερτων αδήλωτα,
με όλη την ευχάριστη συγκίνηση της
αναφοράς σ,ένα συρμό εμπειριών και
πλουσιοπάροχων εικόνων. Ακόμη και «ένα
ζευγάρι μποτίνια (αρνίλα).» έχουν την
δίκη τους ιστορία και για τον καθένα από
μας, και δεν μας βρίσκει αμέτοχους στο
διήγημα που καρτεράει τον χρόνο της
έκπληξης και τα δρώμενα της εποχής του.
«πέρασαν
μέρες από τον δεύτερο χρόνο του πόλεμου
(1942)... δούλεψα με πολλούς ανθρώπους,
συντροφικά, κόπιαζα το ίδιο...
τυραννιόμουνα πολύ. Έβλεπα το κορμί που
μ ‘άφηνε, στένευε και ζάλιζε μέρα με τη
μέρα μα τα κατάφερνα... Καθόμουν
πολύ μακριά... Ο κάμπος δεν είχε άκρη κι ‘εγώ
κάθε πρωί δεν πρόφταινα να αγκαλιάζω στα
μακριτα του δρόμου και να μετρώ τ ‘αμάξια.
Ένα, δυο, πολλά... Μάζι με τις κουβέντες
ύψωναν και τα καμτσίκια. Σπαθίζαν παν ‘απ
τ ‘άλογα στον αγέρα, γραμμές και κύκλοι
σαν από μικτό χρώμα γης και ουρανού και
τύλιγαν τ ‘άλογα... άφηναν το δρόμο
γρήγορα, κεφάτους Ρουφούσαν σιγά-σιγά τα
μάκρη.» «Τα
μποτίνια πολέμησαν ένα καλοκαίρι και
δυο χειμώνες... Πολέμησαν με όλα σ ‘αυτήν
τη γη.» Ο
συγγραφεας, δεν χάνει καμιά ευκαιρία να
δείξει την όψη και την ουσία της τότε
ζωής. Δεν είναι ποτέ «έξω από το δρόμο»
όπως λέγεται και το διήγημα του που
ακολουθεί. Και τότε υπείχαν περίπτερα με
κρεμασμένα έντυπα όπου ο κόσμος “έριχνε
μια ματιά“ για την γρήγορη ενημέρωση
του και για τις τυχαίες κοινωνικές του
γνωριμίες.
Χωρίς
πάθος ο Φωτης Πρασινης κάνει μια αδύνατη
βιογραφία στο κομμάτι αυτό. «Το αφεντικό
μου ήθελε κάθε μέρα περισσότερη δουλιά
κι εγώ καμτσικωνα τα είκοσι δυο μου
χρόνια. Έτρεχα...» Όπως
πάντα έτσι και τότε, η επίδειξη δύναμης,
όποιας δύναμης, ήταν “κοινωνικό στολίδι“.
Είτε ήταν πλούτος, είτε γνώση, κτλ, είναι
η δύναμη της διάκρισης. «Ήμουν είκοσι
δυο χρόνων, ψιλός πολύ με δεμένα μέλη και
άνοιγα στο δρόμο λεβέντικο βήμα.» Και
δεν σταματά να δείχνει τις αναμνήσεις
του, τον καιμο του, την υπομονή του, την
επιθυμία του να ζήσει τα νιάτα του. Όλη
η προσπάθεια του Φ. Π. είναι να
παρουσιάσει την
μεγαλοθυμια και την μεγαλοψυχία με την
οποία αντιμετώπιζαν τα βάσανα, τους
πόνους, τις μιζέριες οι νιόφερτοι στην
Ελλάδα, στην Πατρίδα όλων, όπως «Τα
σπίτια με τους αμίαντους.» Η έννοια και η
ονομασία του χώρου διαβίωσης, της οικίας,
είναι σχετική με τον χρόνο και τις
ανάγκες του κόσμου. Τότε, για τους
κατατρεγμένους, την έννοια του σπιτιού
την κουβαλούσε η λέξη «τσιαρτακ(ι)».
Σκληρή η αλήθεια άλλα πιο δύσκολη στον
τελευταίο αποχαιρετισμό όταν, «αγγελοκρούεται
και τα μάτια του γύρισαν απάνω». Θέλει
να ξέρουμε, ότι και τότε ο αδύνατος
κατηγοριωταν, ήταν η αιτία του κακού και
πάντα την πλήρωνε, «εμείς σ ‘ότι
περίσταση βρίσκουμε πως φταίμε, και
κατηγορούμαστε». Οι
ζωές αυτών είναι μικρές και εύκολες.
Περνούν πολύ εύκολα στο χρόνο και δεν
τις ρωτούν «που έρχεται σαν θάλασσα ο
τραγουδισμένος πόνος κι έφευγε σαν
καπνός λιβανιού, απ ‘το παραθύρι, την
πόρτα, τις χαραμάδες, για την αγκαλιά της
πλάσης». Σε
κάθε διήγημα του, μεταφέρομαι σ ‘εκείνην
την κατάσταση της Πατρίδας, στην περίοδο
του 1920 μέχρι το 1945. Ήταν η περίοδος που
γεννιόταν ήρωες, θεοί, αλλά και προδότες,
και τρανοί του λαού της Πατρίδας. Καταγίνεται
με τον λαό χωρίς διάκριση. Βρίσκει άτομα
και φυσιογνωμίες που πραγματικά
συμβάλουν στην ανθρωπιά του Κόσμου. Στο
ομώνυμο διήγημα «Μια φορά ήρθα και
κάθισα κοντά στο θεό» παρουσιάζει την
αρχή του λογου, το ιερό της καλής ψυχής,
που απαλλάσσει το άτομο από τον φόβο,
όπιο φόβο με την «... συντροφιά, μια πικρή
ελπίδα...» Δεν
παραλείπει ο συγγραφεας να παρουσιάσει
στις «αρχές Ιούνιου» ακέραιο, μοναδικό,
μεγιστάνα τον άνθρωπο του έρωτα, τον
άνθρωπο τον μεγαλόκαρδο και υπεύθυνο.
Αυτά τα χαρακτηριστικά έπαιξαν
καθοριστικό μέρος δράσης και έδειξαν
πόσο χειραφετημένος ήταν με τους
ορισμούς και τους κάνονες της ζωής. «Πορτρέτο
ζεστό και φλογάτο εκείνη η γυναίκα,
ολόφρεσκο. Όλα σπίθιζαν πάνω της». Η
αντίληψη του όνειρου και η έμμονη εικόνα
του όμορφου και ικανού να δώσει όλη τη
χαρα των επίγειων χαρών που δίνονται
συμβολικά και συλλογικά Σένα χώρο ψυχής
και σώματος, «ένας θύσανος αστραφτερής
ζωής εφάπτεται του κορμιού μου, τον
συλλαμβάνω, σ ‘όλη την καμπυλότητα του,
σ ‘όλη την ευρωστία του». Η
μεταφορά και η επίδειξη της φύσης στα
φαινόμενα και οι παράλληλες ανθρωπινές
εμπειρίες στο στεναγμό για σιγουριά και
χαρα, κρασπεδώνουν τους δρόμους των
συλλογισμών, των επιθυμιών για
εκπλήξεις και ικανοποίηση. «
Από δω αρχίζει ο δρόμος» της μεγάλης
περιπέτειας του Ελληνισμού των “χαμένων
Πατρίδων“ με πόνο, με απογοήτευση, με
ταλαιπωρία μετά την καταστροφή το 1922.
Είναι μια διπλή φωτογραφία των νέων (των
Παιδιών) και το περιβάλλον της νέας
Πατρίδας. Περιβάλλον φυσικό, κοινωνικό,
οικονομικό. Είναι η ιστορία του κάθε
ξεριζωμένου, της κάθε ξεριζωμένης
οικογένειας που “σώθηκε
“ διάσπαρτη σ ‘όλη την Ελλάδα, η
μαζεμένη σ ‘ένα μικρό “οντά”,και τώρα
πάλι προσπαθεί να επιβιώσει στην
δεύτερη ευκαιρία ζωής. Η
ανεργία «φαρμάκωνε τα μικρά μου χρόνια».
Η γαλήνη, το νερό, τα πουλιά, τα δέντρα, η
γης «μου θύμιζαν τα μικρά μου χρόνια που
είχα ξεχάσει... ένα αεράκι ψιλό σαν
χνούδι φτερού... έφτανε ως την καρδιά μου
και την καταπράυνε... Το ρουφούσα μ ‘ευγνωμοσύνη». Ο
φόβος της ήττας είναι εύκολος. Είναι
εύκολο να γίνεις σκλάβος, μα πολύ
δύσκολο να γίνεις ελεύθερος στο μυαλό,
στη σκέψη, στη ζωή. Η μοίρα των αδύνατων
είναι στρίγγλα, άπονη και πρόστυχη. «Ήμασταν
ευχαριστημένοι που είχαμε φέρει τις
ψυχές μας ζωντανές ως εδώ». Ο
Φντης Πρασινης πηγαίνει παντού. Η Ελλάδα
είναι τόσο μεγάλη που δεν μπορείς να
τελειώσεις το ταξίδι της ζωής ενός
ξεριζωμένου λαού που ταξιδεύει για να μη
χάσει την ευκαιρία της ζωής σ ‘έναν
ιστορικό παράδεισο, την Ελλάδα. Μας
θυμίζει την τύχη και τις ευκαιρίες που
είχε ο Ελληνισμός να δοκιμάσει τις
προοπτικές που δημιουργούσαν η είχαν
προτάσεις και υποσχέσεις από τις πόλεις
υποδοχής. «Ήμουν
ασχημάτιστος ακόμα» γράφει ο συγγραφεας
στο, «τα πρώτα χρόνια» της εμπειρίας της
κοινωνικής, της εργατικής. «και τότε η
ώρα δεν είχε ταίρι, εξόν από γλυκιά
γινόταν και ιερή... ήμουν κι ‘εγώ, όπως
έλεγαν, ένας
δουλευτής ίσα με τους άλλους και
δικαιούμαι να μαθαίνω.» Έτσι ήταν τότε,
έτσι είναι και σήμερα. Η αποξένωση, η
φυλάκιση του ατόμου στην απομόνωση του
εαυτού του, είναι μια γρήγορη αφαίρεση
ζωής. «Μα το μεράκι τους ήταν, ενώ
δούλευαν, η συζήτηση, με δαύτη
ερευνούσαν την ζωή και δεν έκρυβαν τη
σκέψη». Όμως, το σώμα και το πνεύμα
χρειάζεται ανάπαυση από την μονοτονία,
την ένταση και την κούραση, γι 'αυτό «ξεκομμένοι
από την ανθρώπινη μυρμηγκιά του
εργοτάξιου, μονάχο ζούσαν...»
Μονοπωλούσαν την ρουφηγμένη τους ζωή
στα δίκαια κοινά ντέρτια και μεράκια που
κουβάλησαν από “τις δικές τους Πατρίδες”
και με δύναμη ανανεωμένη για να
προκόψουν σε όλα τα χρώματα της ζωής,
Άνθρωποι νταικομενοι (ακουμπισμένοι)
στις πέτρινες συνήθειες, κρεμασμένοι
από τις αρχές του αέρα της θάλασσας και
της γης. Άνθρωποι απλοί, γεμάτοι με λίγα
όνειρα όμως με πολύ θάρρος, υπερηφάνεια
και όρεξη να μάθουν για την τωρινή και
την ερχόμενη ζωή τους. Χωρίς
καμιά αμφιβολία ο Φωτης Πρασινης είναι
πρακτικός και φιλάνθρωπος. Είναι κριτής
της κρίσης στην κοινωνία που βρέθηκε
μετά την καταστροφή και την κατοχή. Η
Ελλάδα που από το 1821, σκοτώνεται για την
ελευθερία, την ανάπτυξη, την Προκόπη, δεν
διστάζει να πληρώσει το τίμημα. Οι
θυσίες τις ήταν Εθνικά δικαιολογημένες,
όταν πολεμούσε αποκλείσθηκα για τους
σκοπούς και τις φιλοδοξίες της αλλά όχι
όταν πολεμούσε αποκλειστικά για τα
συμφέροντα ”των μεγάλων δυνάμεων και
σύμμαχων της “. Ο
Φ.Π. είναι ο δάσκαλος του ήθους και της
αξιοπρέπειας. Παρουσιάζει τους απλούς
ανθρώπους με τα καθημερινά και σοβαρά
προβλήματα τους. Προσπαθεί να δώσει τόπο
στην οργή με την βελουδένια γλώσσα που
χρησιμοποιεί και παρουσιάζει τον
άνθρωπο σαν Έλληνα, γενναίο, υπερήφανο
και ειλικρινή με τον εαυτό του, με τον
φίλο συνάνθρωπο του και το περιβάλλον
του. θέλει τον πόνο, την πίκρα, την φτωχιά,
“την ατυχία” να τα παρουσιάσει σαν
εφήμερα, που στο τέλος λογοδοτούν στην
αγάπη της ζωής, της επίμονης, της
ευγένειας, της αξιάδας των απλών
ανθρώπων. Βλέπει τα προβλήματα όπως
είναι, τα εξετάζει με δικαιολογίες των
περιστάσεων και τα εξαϋλώνει με την
αυτοθυσία της υπόσχεσης
και της υποχρέωσης. «Το
ψωμί» και η «Περίεργη σοδειά» είναι η
προκήρυξη της επανάστασης που ποτέ δεν
έγινε από τους Έλληνες και από την
Ελλάδα. «Αξέχαστος
καιρός, καιρός σαν μια βαριά αρρώστια...
και το φως έγινε βίαιο, όλα κρύεψαν,
γίνανε σκούρα, δίχως σημασία». Αυτόπτης
μάρτυρας των καταστάσεων της
Καταστροφής και της Κατοχής βρίσκει
κουράγιο, φαντασία, εφευρετικότητα και
θάρρος να πει τα πράγματα όπως ήταν σε
μια εποχή που η Ελλάδα, είχε γυρισμένο το
πρόσωπο της από τα ιδανικά της
Ελευθερίας και Δημοκρατίας. «Ψωμί
δεν έχουν, δεν βρίσκουν ψωμί, αυτό τους
δέρνει, κανένας δεν έχει ψωμί. Γιατί να
μην έχουν ψωμί;» «Γιατί
δεν επιτρέπουν την αγάπη να κυκλοφορεί
ελεύθερα; «Και
τότε οι ίδιοι τους πάτησαν, Γερμανοί-Βούλγαροι…
Και
τότε η γη έκρυψε το πρόσωπο της να μην
ιδεί». Αναστάσιος
Μπαξεβανιδης (Μ.Ε.Ε.Λ.)
abaxevanidis@sympatico.ca
Ριτσμοντ
Χιλλ, Οντάριο, Καναδάς,
Μαρτης
2008
|
|