|
|
|
Μακεδονικό:
“ Έτσι φέρανε τη καταχνιά”
Του Θωμά
Στεφ. Σάρα Οι
Έλληνες είμαστε περήφανοι για τις
πολιτιστικές μας παραδόσεις. Για τα
πολιτικά ήθη και έθιμα που μας
κληροδότησαν οι πρόγονοί μας από την
αρχαιότητα μέχρις και των ημερών μας. Η
αναφορά λοιπόν σε πράξεις και ενέργειες,
ταγών της πολιτείας, οι οποίες
αμαυρώνουν κάθε έννοια δημοκρατικής
πρακτικής, θα πρέπει να αποτελεί σημείο στοχασμού και ανάγκη για
άσκηση ελέγχου από όλους μας, εάν
θέλουμε και τα παιδιά μας να είναι
περήφανα για τις πολιτικές
παρακαταθήκες που θα κληρονομήσουν από
μας. Όταν
κάποια στιγμή τη χρονιά που μας πέρασε
δέχθηκα κάποια σοβαρή επίθεση από τον
Πρέσβη της Τουρκίας στην
Οτάβα, πίστεψα ότι η αντίδρασή μου
ήταν επιβεβλημένη από τις καταστάσεις
και ότι είχα υποχρέωση να αμυνθώ μέσα
στα πλαίσια της νομιμότητας και του
σεβασμού της Καναδικής πολιτείας. Το όλο
πρόβλημα τότε προέκυψε από πληροφορίες
μου ότι η πρεσβεία της Τουρκίας
διατηρούσε φακέλους σε βάρος Καναδών
πολιτών, τους οποίους θεωρούσε ως
επικίνδυνους “τρομοκράτες”, λόγω των
διαμαρτυριών τους για τα εγκλήματα σε
βάρος της ανθρωπότητας που διέπραξαν οι
τουρκικές κυβερνήσεις κατά το παρελθόν.
Όταν λοιπόν πληροφορήθηκα από τον
Σταύρο Χαραλαμπόπουλο ότι παρόμοια
μέτρα και τακτικές χρησιμοποιούσαν και
οι υπεύθυνοι των διπλωματικών αποστολών
των Αθηνών, ομολογώ ότι αισθάνθηκα τόση
πικρία και αγανάκτηση ώστε σε κάποια
στιγμή να αντιμετωπίσω το δίλημμα
εάν θα έπρεπε να αναφερθώ στις
υπεύθυνες υπηρεσίες του Καναδά ή της
Αθήνας. Τελικά προτίμησα να στραφώ σε
εκείνες της Αθήνας σαν μια τελευταία
προειδοποίηση ότι μελλοντικά παρόμοιες
ενέργειες επρόκειτο να καταγγελθούν
δεόντως και σις αντίστοιχες υπηρεσίες
του Καναδά. Προηγουμένως, όταν κάποια
στιγμή ο συνεργάτης μου αρθρογράφος
Γιώργος Διαμαντόπουλος, δημοσίευσε ένα
άρθρο του στην επιθεώρηση, έλαβε ένα
απειλητικό τηλεφώνημα από τον
προϊστάμενό του “να μην τολμήσει κάτι
παρόμοιο στο μέλλον ή διαφορετικά...” Ο
Γιώργος Διαμαντόπουλος, ήταν
επιθεωρητής των καταστημάτων της
Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος- Καναδά, για
την επαρχία του Οντάριο, και τον
απειλούσαν με απόλυση εάν συνέχιζε την
συνεργασία του με την επιθεώρηση
Πατρίδες. Μολονότι η εντολή είχε δοθεί
από τον γενικό διευθυντή του ιδρύματος
στο Καναδά, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς
του τελευταίου είχε δοθεί από τον πρέσβη
της Ελλάδας στο Καναδά. Πρέσβης της
Ελλάδος την εποχή εκείνη ήταν κάποιος ο
Αιγυπτιακής καταγωγής (Αλεξανδρινός),
Γιάννης Θωμόγλου. Ο ίδιος αυτός
διπλωμάτης, θυμάμαι ότι πριν δεκαετίες
και ενώ υπηρετούσε στο Τορόντο ως
Γενικός Πρόξενος, πέταξε έξω από την
υπηρεσία τον ομογενή Αντώνη Ακκιλα,
επειδή ο τελευταίος τόλμησα να εκφράσει
αντίθετη γνώμη πάνω σε θέμα υπηρεσιακό.
Ο Αντώνης Ακκίλας, γνωστός σε ολόκληρη
την ομογένεια του Τορόντο ήταν ένας
υπέροχος άνθρωπος και πραγματικά
ανεπανάληπτος πατριώτης, που τον
διέκριναν η ευγένεια του χαρακτήρα και η
ανεκτικότητα έναντι όλων. Προκειμένου
λοιπόν να αποφευχθεί πιθανή ακύρωση της
απόλυσης από την Αθήνα, είχε δηλώσει ότι
τον απολύει για αντεθνικές ενέργειες,
και μάλιστα ζητούσε να μην του δοθεί
καμία αποζημίωση. Κάτω
από αυτές τις εξελίξεις άρχισα μια
προσωπική εκστρατεία για λογαριασμό του
αδικημένου συν πάροικου. Για την
επιθεώρηση ήταν θέμα ηθικής τάξης η
δικαίωση του Αντώνη και ως εκ τούτου δεν
φοβήθηκα χρόνο και έξοδα προκειμένου να
πίσω την Αθήνα για την αδικία που
γινόταν σε βάρος ενός ομογενούς,- και
μάλιστα Αθηναίου-, από τον αρχηγό της
διπλωματικής τους αποστολής στο Τορόντο.
Τελικά η Αθήνα έστειλε την νόμιμη
αποζημίωση στον Αντώνη, δίνοντας έτσι
ένα χαστούκι στον διπλωμάτη της, ο
οποίος συνέχισε να προσποιείται ότι σεν
καταλαβαίνει τι συμβαίνει γύρω του.
Παρόλα
αυτά όταν μου δόθηκε η πληροφορία για
την νέα παρέμβαση του Θωμόγλου,δεν
μπορούσα να το πιστέψω. Με τον τότε
πρέσβη, είχα συναντηθεί μόλις μερικές
μέρες νωρίτερα, ο δε τελευταίος μου
έκανε τραπέζι στην Οτάβα, όπου και
δόθηκαν αμοιβαίως εξηγήσεις ώστε να μην
υπάρξουν παρόμοιες καταστάσεις και στο
μέλλον. Μια
εβδομάδα ωστόσο, αργότερα, ερχόταν τα
νέα γεγονότα. Χωρίς καμία καθυστέρηση,
ομολογώ ότι, έστειλα έγγραφη
διαμαρτυρία τόσο στο ΥπΕξ Ελλάδος, όσο
και τον διοικητή της Εθνικής Τράπεζας
στην Αθήνα, με κοινοποίηση στον γενικό
διευθυντή των εργασιών στο Καναδά,
απαιτώντας εξηγήσεις για τους λόγους
που καταπατούνται το δημοκρατικό
δικαίωμα της ελευθερίας έκφρασης των συνεργατών μου. Δύο
μέρες αργότερα πληροφορήθηκα από τον
Γιώργο Διαμαντόπουλο ότι του ζητήθηκε
προσωπικά συγνώμη, ότι αναγνώρισαν ότι
είχαν άδικο και ότι ο πρέσβης
παρακαλούσε να σταματήσει το όλο θέμα
εκεί. Έτσι και έγινε. Το γεγονός πάντως
αυτό δεν ήταν το μοναδικό του είδους,
καθώς καθημερινά παρόμοια γεγονότα
υπέρβασης των εξουσιών των διπλωματών
ερχόταν στην αντίληψή μου. Η κατάσταση
αυτή για ένα διάστημα είχε γίνει
απαράδεκτη και υποτιμητική για τους
υπέροχους δίγλωσσους συμπατριώτες μου
από την Μακεδονία. Ήταν μια πολιτική
πρόστυχη, απαράδεκτη η οποία έθιγε την
αξιοπρέπεια και τα δικαιώματα των
πολιτών, τους πλημμύριζε με δίκαια
αγανάκτηση και τέλος τους εξανάγκαζε να
στραφούν στο στρατόπεδο των Σλάβων, οι
οποίοι καραδοκούσαν να εκμεταλλευτούν
τα δικά μας σφάλματα προκειμένου να
ενισχύσουν τις γραμμές τους. Μια
χρονική αναδρομή στις ρίζες του
προβλήματος Ήταν
στις αρχές της δεκαετίας του ’90 που το
ίδρυμα “Open Society”
τού δισεκατομμυριούχου George Sorros, σε
συνεργασία με το Πανεπιστήμιο του
Τορόντο διοργάνωσαν στο Τορόντο ημερίδα
με θέμα τις νέες βαλκανικές δημοκρατίες
και ειδικότερα τη Βοσνία Ερζεγοβίνη,
Κόσσοβο και την Αλβανία. Είχα
προσκληθεί να παρακολουθήσω τις
εργασίες της ημερίδας και όπως ήταν
επόμενο δέχθηκα με χαρά. Μέσα στα
πλαίσια των εργασιών του συνεδρίου ο
πρόεδρος του ιδρύματος εξέφρασε τη
πρόθεσή του να δημιουργήσει έναν αριθμό
υποτροφιών για Αλβανούς φοιτητές,
προκειμένου να τους προσφέρει την
ευκαιρία να γνωρίσουν τη δυτική
φιλοσοφία της ανοικτής κοινωνίας. Κάποια
στιγμή βρήκα την ευκαιρία με παρέμβασή
μου να ρωτήσω τον ομιλητή εάν στο
πρόγραμμά του συμπεριλαμβάνονται και οι
νέοι της Ελληνικής εθνικής μειονότητας
της βόρειας Ηπείρου, και εάν μέσα στα
πλαίσια των αναμενόμενων αλλαγών του
πολιτικού χάρτη της περιοχής υπήρχε
κάποια πρόβλεψη για την εθνική
ανεξαρτησία αυτής της μειονότητας από
Αλβανική διοικητική εξάρτηση, κατά τα
πρότυπα των σχεδίων για το Κόσσοβο. Η
απάντηση του συνομιλητή μου ήταν
λακωνική: “για να ύπαρξη κάτι παρόμοιο”
δήλωσε, “θα πρέπει να υπάρξει ανάλογο
πολιτικό αίτημα από κάποια κυβέρνηση.
Στην προκειμένου περίπτωση σύμφωνα με
ότι μπορώ να γνωρίζω από πλευράς Αθηνών,
δεν υπάρχει απολύτως καμία παρόμοια
πρόθεση.” Όταν αργότερα σε κάποιο
διάλυμα των εργασιών του συνεδρίου
συναντήθηκα με τον κ. Σόρρος, ο
τελευταίος ζήτησε να πληροφορηθεί την
καταγωγή μου, του δήλωσα ότι είμαι
Έλληνας με καταγωγή από την Μακεδονία.
Όταν τέλειωσα εκείνος μου δήλωσε ότι: “είναι
μια περιοχή η οποία θα μας απασχολήσει
αρκετά στα χρόνια που μας έρχονται.”
Χωρίς όμως να θελήσει να αναφερθεί σε
περισσότερες λεπτομέριες. Δύο
χρόνια αργότερα, τον Οκτώβρη του 1994,
διοργανώθηκε στο Τορόντο η 41η
γενική συνέλευση των οργανώσεων της “βόρειο
Ατλαντικής Συμμαχίας”, γνωστής ως ΝΑΤΟ.
Η συνέλευση πραγματοποιήθηκε σε
κεντρικό ξενοδοχείο του Τορόντο,
συμμετείχαν δε σε αυτή αντιπροσωπίες
από όλα τα κράτη μέλη του οργανισμού. Την
Τουρκία αντιπροσώπευε μια μεγάλη
αντιπροσωπεία απόστρατων στρατηγών, την
δε Ελλάδα μια τριμελής αντιπροσωπεία
υπό τον δικηγόρο των Αθηνών Γεωργίου,
πρώην διευθυντή του πολιτικού γραφείου
του κ. Στεφανόπουλου, ο οποίος ήταν
πρόεδρος του πολιτικού τμήματος του
ελληνικού τμήματος των φίλων του ΝΑΤΟ,
τον αντιπρόεδρο του, και ο συν- πάροικος
Φίλιππος Βαρέλης,(ο οποίος ήταν
κουμπάρος του Προέδρου). Το ίδιο
απόγευμα και με την ευκαιρία της ετήσιας
αυτής συγκέντρωσης δόθηκε δεξίωση στο
ίδιο ξενοδοχείο προς τιμή του ΓΓ του
οργανισμού κ. Λουνς.
Ένας από τους τρεις δημοσιογράφους
που είχαν πάρει πρόσκληση να παραστούν
στην εκδήλωση αυτή ήμουν και εγώ. Ο
γενικός γραμματέας Λουνς, παρουσίαζε
εμφανή τα χαρακτηριστικά του αυταρχικού
τύπου στρατηγού του περασμένου
αιώνα. Έντονη δε ήταν μέσα στην αίθουσα η
παρουσία των ανδρών της στρατιωτικής
αστυνομίας του ΝΑΤΟ, οι οποίοι
περιέβαλαν στην κυριολεξία το αφεντικό
τους. Κάποια
στιγμή, και ενώ ο γενικός γραμματέας
περιφερόταν ανάμεσα στους
προσκεκλημένους του, βρέθηκε μπροστά
μου. Βρήκα λοιπόν την ευκαιρία να τον ρωτήσω
για το γνωστό μνημόνιο του 1975, το σχετικό
με την υπόθεση της αποδοχής των Ελλήνων
πολιτικών τη δημιουργία της νέας
δημοκρατίας της “Μακεδονίας”. Η
πρώτη αντίδραση του ΓΓ ήταν ότι δεν είχε
υπ’ όψη του να υπάρχει κάτι σχετικό και
ότι ουδέποτε ο ίδιος έστειλε παρόμοιο
έγγραφο. Όταν ωστόσο του παρουσίασα
φωτοαντίγραφο του σχετικού εγγράφου,
ξαφνικά άλλαξαν όλα. Το πρόσωπό του
Γενικού Γραμματέα κοκκίνισε αφήνοντας
να φανεί η οργή και αμηχανία του. “Το
έγγραφο αυτό είναι απόρρητο”, δήλωσε, “και
αφορά τη συμμαχία. Απαιτώ να μου πεις
αμέσως πως
βρέθηκες στα χέρια σου, διαφορετικά θα
ζητήσω την κράτησή σου.” Του δήλωσα ότι
είμαι Καναδός δημοσιογράφος και ότι
είμαι ένας από τους τρεις συναδέλφους
που συμμετέχουν με πρόσκληση. Πέραν
τούτου του δήλωσα οι Καναδική νομοθεσία
προστατεύει την ελευθερία του τύπου
και επομένως δεν παραβίασα κανένα νόμο.
Όσο για το έγγραφο σε καμία περίπτωση
δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως απόρρητο,
λόγω του ότι έχει κοινοποιηθεί σε
περισσότερα του ενός άτομα, και επομένως
στην χειρότερη περίπτωση είναι
εμπιστευτικό και σαν τέτοιο δεν
απαγορεύεται από τους νόμους του Καναδά
να δει το φως της δημοσιότητας.
Εξοργισμένος ο συνομιλητής μου στράφηκε
στους άνδρες της Στρατιωτικής
Αστυνομίας που βρισκόταν δίπλα του
απαιτώντας να “κρατηθώ” επειδή είχα
στη κατοχή μου ένα εξαιρετικά απόρρητο
έγγραφο της συμμαχίας. Για καλή μου τύχη
στο σημείο αυτό παρενέβη στη συζήτηση ο
κ. Λόϋδ Αξγουώρθη, υπουργός εξωτερικών
του Καναδά, ο οποίος δήλωσε ότι σύμφωνα
με την Καναδική νομοθεσία δεν υπάρχει
αδίκημα για τον δημοσιογράφο, αλλά
μάλλον για εκείνον που έδωσε το έγγραφο. Από
την στιγμή εκείνη σιμούν πλέον
πεπεισμένος ότι κρατούσα στο αρχείο μου
ένα πολύτιμο ιστορικό έγγραφο. Μερικούς
μήνες αργότερα ο Λουνς υποχρεώθηκε να
παραιτηθεί της Γενικής Γραμματείας της
συμμαχίας, κάτω από το βάρος κατηγοριών
διαφθοράς και οικονομικών δοσοληψιών.
Τον αντικατέστησε ένας νεαρός πολιτικός
ο Ξαβιέ Σολάνα, ο οποίος υπηρετούσε ως
υπουργός εξωτερικών της Ισπανίας. Μήνες
αργότερα από την ανάληψη των καθηκόντων
του τον νέο ΓΓ της συμμαχίας τίμησε με
ειδικό γεύμα σε ξενοδοχείο του Τορόντο η
Καναδική οργάνωση των φίλων της
υπερατλαντικής συμμαχίας του ΝΑΤΟ. Η
ομιλία του Γενικού Γραμματέα στα μέλη
αναφερόταν πάνω στις νέες διαμορφώσεις
των συνόρων της Βαλκανικής με την
δημιουργία των νέων δημοκρατιών και
κυρίως του Κόσσοβο. Μετά την ομιλία του
ζήτησα από τον ΓΓ μερικές πληροφορίες,
εκείνος δέχτηκε με χαρά. Αναφέρομαι πάνω
στην ομιλία σας του είπα, και θέλω να
ρωτήσω εάν μέσα στα πλαίσια της νέας
πολιτικής του ΝΑΤΟ για την αναχάραξη των
συνοριακών γραμμών των Βαλκανίων
συμπεριλαμβάνεται και η αναγνώριση της
ανεξαρτησίας των Ελλήνων της Βορείου
Ηπείρου, ή Νότιας Αλβανίας όπως προφανώς
θα την γνωρίζεται. Ο συνομιλητής μου με
κοίταξε χαμογελώντας, η απάντησή του με
άφησε άναυδο. “Έρχομαι”, δήλωσε, “απ’
ευθείας από την Αθήνα όπου βρισκόμουν
εχθές και προχθές και είχα συναντήσεις
με αξιωματούχους της ελληνικής
πολιτείας πάνω στο θέμα αυτό. Σου
διαβεβαιώ ότι απολύτως κανείς δεν μου
ανέφερε κάτι σχετικό, και προσωπικά ο
ίδιος αγνοώ τα σχετικά με τον ισχυρισμό
σου για την ύπαρξη Ελληνικής
μειονότητας στην Νότια Αλβανία. Αλλά
όμως και εάν αυτό ευσταθεί θα πρέπει να
υπάρξει σχετική πρόταση από κάποιο
κράτος μέλος της συμμαχίας. Στην
προκειμένη περίπτωση υποθέτω ότι θα
πρέπει να είναι η Ελλάδα, η οποία ωστόσο
για οποιαδήποτε αιτία δεν φαίνεται να
προωθεί κάτι παρόμοιο. Επομένως δεν έχω
να συμπληρώσω τίποτα περισσότερο στην
απάντησή μου.” Ομολογώ
ότι η απάντηση του κ. Σολάνα, πραγματικά
με προβλημάτισε, δεδομένου ότι ενώ
ανοικτά πλέον η συμμαχία μιλούσε για
αλλαγή συνόρων στα Βαλκάνια, η Αθήνα δεν
άφηνε να φανεί κανένα ενδιαφέρον να
προωθήσει τα συμφέροντά της. Το ερώτημα
όμως και πάλι ήταν γιατί; Την
άνοιξη της χρονιάς που ακολούθησε
επισκέφθηκε την Οτάβα για συνομιλίες η
υπουργός εξωτερικών των ΗΠΑ
κ. Μαντελένα Ολμπράϊτ. Ζήτησα
δημοσιογραφική διαπίστωση για να καλύψω
το γεγονός, και την έλαβα. Ήταν μια
απαίσια μέρα με μια τρομερή χιονόπτωση
σε όλη μου τη διαδρομή και ακόμα
μεγαλύτερη στην Καναδική πρωτεύουσα.
Παρ’ όλα αυτά βρέθηκα μέσα σε μια
θάλασσα δημοσιογράφων στη συνέντευξη
που έδωσαν οι δύο υπουργοί εξωτερικών.
Κάποια στιγμή, στην διάρκεια της
συνέντευξης,- η οποία αναφερόταν πάνω
στο Κόσσοβο-, βρήκα την ευκαιρία να
ρωτήσω για τη τύχη των Ελλήνων της
Νότιας Αλβανίας. Η απάντηση και πάλι
ήλθε σαν κεραυνός. Η Αμερικανίδα ΥΠεΞ
δήλωσε ότι ήταν γνώστης αυτής της
πραγματικότητας, πλην όμως δεν μπορούσε
να γίνει οτιδήποτε έως ότου κάποια
κυβέρνηση έφερνε υπεύθυνα το ερώτημα
στη συμμαχία. “Στην προκειμένη
περίπτωση”, μου δήλωσε “η Αθήνα δεν
προτίθεται να κάνει κάτι παρόμοιο”. Φεύγοντας
από τη συνέντευξη τύπου πέρασα από την
πρεσβεία της Ελλάδας στην Οτάβα η οποία
όμως ήταν κλειστή λόγω του προχωρημένου
της ώρας. Συνάντησα, ωστόσο, τον
στρατιωτικό ακόλουθο της διπλωματικής
αποστολής πλοίαρχο Γιάννη Κυδωνιαία με
τον οποίο θέλησα να συζητήσω τους
προβληματισμούς μου. Ο πλοίαρχος αφού
άκουσε εκείνα που έλεγα, δήλωσε ότι τα
ερωτήματά μου θα πρέπει να απαντηθούν
από τους διπλωμάτες, είναι δε έξω από τη
σφαίρα των δικαιοδοσιών του. ΄Ετσι πήρα
το δρόμο επιστροφής στο Τορόντο. Για
άλλη μια φορά, μερικούς μήνες αργότερα,
μου δόθηκε η ευκαιρία να συνομιλήσω με
υψηλά ευρισκόμενο Καναδό αξιωματούχο
πολιτικό τα
νατοϊκά σχέδια για αλλαγή των συνόρων
στα Βαλκάνια. Είναι βέβαιο, μου δήλωσε
εκείνος, το μόνο που δεν μπορώ να
αντιληφθώ είναι η νοοτροπία της
Ελληνικής κυβέρνησης η οποία αντί να
προσπαθήσει να εκμεταλλευθεί αυτήν την
μεγάλη ευκαιρία που της δίδεται,και να
προσπαθήσει να κερδίσει όσο το δυνατόν
περισσότερα, συνεχίζει να επιμένει σε
μια πολιτική άρνησης, λες και έχει τη
δύναμη να σταματήσει τις αλλαγές. Σε
διαβεβαιώ ότι θα έλθει κάποια στιγμή που
θα μετανιώσει η Ελλάδα για αυτή τη
λαθεμένη πολιτική, πλην όμως
τότε θα είναι αργά. Τώρα είναι η ώρα
των διαπραγματεύσεων και των ευκαιριών.”
Ο συνομιλητής μου με
γνώριζε πολύ καλά, τολμώ να δηλώσω ότι
ήμασταν φίλοι τουλάχιστον για τα
τελευταία τριάντα χρόνια και γνώριζε
προσωπικά το πάθος, τους αγώνες και την
αγάπη μου για τη μητρική γη. “Προσωπικά
πιστεύω ότι θα πρέπει Θωμά να κάνεις
οτιδήποτε δυνατόν να
ενημερωθούν οι λαϊκές
μάζες των Ελλήνων έτσι ώστε να
ύπαρξη αλλαγή αυτής τους της πολιτικής
όσο είναι καιρός ακόμα και πριν είναι
αργά.” Η
συζήτηση μας αυτή είχε πραγματοποιηθεί
στην Οτάβα σε κάποια επίσκεψή μου,
φρόντισα λοιπόν αμέσως να δω τον πρέσβη
της Ελλάδας και να τον ενημερώσω. Ο
τελευταίος μου άφησε να πω αυτά που
ήθελα και τέλος μου δήλωσε ότι δυστυχώς
δεν μπορεί να κάνει τίποτα ο ίδιος, απλώς
ακολουθεί τις εντολές που του δίνει η
Αθήνα. Την
άλλη μέρα
έστειλα κατεπειγόντως σχετική έκθεσή
μου στο γραφείο του Έλληνα πρωθυπουργού
και παράλληλα επισκέφθηκα τον Γενικό
Πρόξενο στο
Τορόντο προκειμένου να τον ενημερώσω
και να του ζητήσω να βοηθήσει και
εκείνος με δική του έκθεση. Ο τελευταίος
αφού άκουσα τι ήθελα να πω, αρκέστηκε να
μου απαντήσει: “ώστε αυτό είναι εκείνο
που προσπαθούν να επιτύχουν, την
συγκατάθεσή και αποδοχή μας για την
αλλαγή των συνόρων. Δεν πρόκειται όμως
να τους περάσει, κάντε τη δουλιά σας
κύριε Σάρα και μη ασχολείστε με θέματα
δικού μας ενδιαφέροντος αυτά δεν σας
αφορούν, σας διαβεβαιώ ότι γνωρίζουμε τι
προγραμματίζουν και σε τι αποβλέπουν.”
Για την επιβεβαίωση των γεγονότων ο
γενικός πρόξενος ονομαζόταν
Σωτηρόπουλος, αρκετά γνωστός για τους
αναγνώστες της στήλης. Από την Αθήνα,
πρέπει να ομολογήσω ότι μέχρι σήμερα δεν
άκουσα απολύτως τίποτα σχετικό. Ένα
χρόνο αργότερα, ωστόσο,
κατά την διάρκεια συνέντευξης τύπου
στην Ουάσιγκτον η
κ. Ολμβπράϊτ ξεκαθάριζε
ότι εάν θελήσουμε να μιλήσουμε για
ανεξαρτησία του Κόσσοβο, τότε θα πρέπει
να συμπεριλάβουμε και την Ελληνική
μειονότητα της νότιας Αλβανίας, η οποία
αποτελεί παράλληλη και συναφή υπόθεση
με τους Αλβανούς της Σερβίας. Πριν ακόμα
τελειώσει τη φράση της η ομιλήτρια,
θυμάμαι ότι κτύπησε το τηλέφωνό μου.
Ήταν ο πλοίαρχος Γιάννης Κυδωνιαίας, από
το επιτελείο πολεμικού ναυτικού που
είχε μεταφερθεί στην Αθήνα και ο οποίος
όλο ενθουσιασμό μου έδινε συγχαρητήρια.
“Γιάννη” του είπα, “ποιο το κέρδος από
την όλη υπόθεση, η Αθήνα συνεχίζει να
κοιμάται τα δε αλύτρωτα αδέλφια
συνεχίζουν τη σκλαβιά, δεν υπάρχει
λοιπόν λόγος για συγχαρητήρια”. Πάνω
στο σημείο αυτό όμως θα επανέλθω και
πάλι στην αντίστοιχη έκδοση του Μάη 2008.
|
|