Φάνης Μαλκίδης

Προσαρμογή και συγκρότηση της αγροτικής κοινωνίας στο ελλαδικό κράτος

 

Αθήνα 2002, Εκδόσεις «Γόρδιος», τηλ. 010-8252579

 

Το αγροτικό ζήτημα στον ελλαδικό αλλά και  στο χώρο της Χερσονήσου του Αίμου, δεν αποτέλεσε μόνο ένα επί μέρους θέμα της κοινωνικής και οικονομικής ζωής, που απασχόλησε τους λαούς της περιοχής και το κράτος, αλλά λειτούργησε ως μια συμπύκνωση του συνολικού κοινωνικού ζητήματος. Γι' αυτό η μελέτη, η έρευνα, η ενασχόληση και η διερεύνηση του αγροτικού ζητήματος, της δομής και της εξέλιξης της αγροτικής κοινωνίας, είναι εφικτή μόνο στα όρια  του συνολικού πλαισίου του οικονομικού και κοινωνικού  σχηματισμού.

Στη βυζαντινή περίοδο, το δημογραφικό βάρος του αγροτικού κόσμου ήταν τεράστιο, αφού αποτελούσε τη συντριπτική πλειοψηφία της αυτοκρατορίας. Οι κοινωνικές σχέσεις που αναπτύσσονται στην περιφέρεια έχουν καθοριστική σπουδαιότητα για το κράτος. Η βυζαντινή αυτοκρατορία θεμελιώθηκε πάνω σε μια διπλή κοινωνική δομή, οι μικροί αγρότες που οργανώθηκαν στην περιφέρεια και στο κέντρο, μια καλά οργανωμένη γραφειοκρατική διοίκηση, η οποία ζούσε εις βάρος της περιφέρειας. Οι δύο αυτές εκ διαμέτρου αντίθετες τις περισσότερες φορές κοινωνίες της αυτοκρατορίας συνδέονται με τη φορολογία.

Η ανάπτυξη των οικονομικών σχέσεων στο Βυζάντιο έχει ως αποτέλεσμα να εισπράττονται οι φόροι σε μετρητά,  σε αντίθεση με άλλες κοινωνίες της εποχής, όπου η εμπράγματη οικονομία ήταν το κυρίαρχο χαρακτηριστικό. Εντός των βυζαντινών κοινωνικών συνθηκών η φορολογία δεν ήταν απλώς ένα μέσο των τυπικών δημοσίων εσόδων, αλλά η μορφή, με την οποία μπορούσε να γίνει η κοινωνική μεταβίβαση του  αγροτικού πλεονάσματος.

Οι αγροτικές περιοχές αυτής της περιόδου, είναι κατστρεμμένες με σημάδια ερήμωσης, που μπορούν να εξηγηθούν από τις μεγάλες επιδρομές, με λιγοστούς κατοίκους λόγω της δημογραφικής ύφεσης και της μεγάλης θνησιμότητας, χαμηλή παραγωγικότητα και άφθονη χέρσα γη. Όλες οι πόλεις εκτός της πρωτεύουσας μεταβλήθηκαν σε μικρά οχυρωμένα κέντρα και η στρατιωτική οργάνωση της αυτοκρατορίας κατέληξε να βασίζεται σε μια σειρά από τοπικούς στρατούς, και φύλακες των συνόρων, τους ακρίτες, για τους οποίους υπήρχαν ειδικά προνόμια, οι πρόνοιες.

Οι πρόνοιες ήταν γαίες, που δίνονταν από το κράτος σε αντάλλαγμα των υπηρεσιών που προσέφεραν. Η πρόνοια που καθιερώθηκε από τους Κομνηνούς ήταν εκχώρηση εσόδων και γαιών που ανήκαν στο κράτος, αφού η κρατική μηχανή δεν διέθετε χρήματα για να πληρώσει τους μισθούς.  Αργότερα η πρόνοια γενικεύεται και ανάλογες παραχωρήσεις γίνονται επίσης και σε πολιτικά πρόσωπα και εκκλησιαστικά ιδρύματα, με την ονομασία πρόνοια-οικονομία. Το κράτος παραχωρούσε δικαίωμα νομής και όχι ιδιοκτησίας και η πρόνοια ήταν προσωπική, συνήθως για τη διάρκεια ζωής του δικαιούχου, και δεν μεταβιβαζόταν στους κληρονόμους του, με την υποχρέωση παροχής στρατιωτικής  ή άλλης υπηρεσίας. Ο Μιχαήλ Η' Παλαιολόγος μετατρέπει την πρόνοια σε κληρονομική  και αργότερα η πρόνοια-οικονομία μετατρέπεται σε πλήρη ιδιοκτησία. Οι Ίσαυροι προσπαθούν να περάσουν την πρώτη αγροτική μεταρρύθμιση υπέρ των μικροκαλλιεργητών, η οποία όμως δεν ολοκληρώνεται λόγω των σφοδρών αντιδράσεων από τους μεγαλοϊδιοκτήτες.

Είναι εξακριβωμένο ότι οι φεουδάρχες αναπτύχθηκαν στη βυζαντινή κοινωνία, αφού είχαν εξασφαλίσει στενές σχέσεις με τη Δύση. Η προσωπική αγγαρεία, η οποία αποτέλεσε κυρίαρχο σημείο αναφοράς της φεουδαρχίας στη Δύση, στο Βυζάντιο παρέμεινε άγνωστη ή δεκτική εξαγοράς, ενώ η εκμετάλλευση των μικρών αγροτών περνούσε μέσα από το φόρο που μεταβίβαζε στο φεουδάρχη το υπερπροιόν. Η αντίσταση της κοινωνίας των αγροτών είχε ως αποτέλεσμα την αλλοίωση του φεουδαρχικού δικαίου των κατακτητών Φράγκων,  που κατόρθωσαν να χειροτερεύσουν μόνο ποσοτικά την κατάσταση της αγροτικής κοινότητας. Η πρόσκαιρη όμως παλινόρθωση του Βυζαντίου για 200 χρόνια (1260-1453 Κωνσταντινούπολη, 1204-1461 Τραπεζούντα), δεν κατόρθωσε να ανατρέψει την ήδη προδιαγεγραμμένη αποσύνθεση λόγω της χειροτέρευσης της κατάστασης της αγροτικής κοινωνίας, που οδήγησε τελικώς στην πτώση.

Στην οθωμανική περίοδο το οσμανικό πολιτικόστρατιωτικό μόρφωμα είχε σχεδιαστεί και λειτουργήσει με βάση μια παραδοσιακή κοινωνία, της οποίας η οικονομία είναι αγροτική. Οι αγρότες, οι ραγιάδες αποτελούσαν το μεγαλύτερο κομμάτι του εργαζόμενου πληθυσμού. H εργασία τους εξαρτιόταν από το καθεστώς σύνδεσής τους με τη γη, την οποία καλλιεργούσαν.  Με την ευρύτερη έννοια του όρου, ραγιάδες ήταν όλος ο παραγωγικός και φορολογούμενος πληθυσμός της οθωμανικής αυτοκρατορίας, σε αντιπαραβολή με την τάξη των στρατιωτικών. Με μια πιο στενή έννοια, ραγιάδες ήταν οι αγρότες, σε αντίθεση με τους κατοίκους των πόλεων και τους νομαδικούς πληθυσμούς, που διέπονταν υπό διαφορετικό καθεστώς.

Το τιμάριο (timar) κτήμα, με ετήσια έσοδα περίπου 20.000 άσπρων (αργυρά νομίσματα των Οσμανών), που δίνονταν από το κράτος σε αντάλλαγμα στρατιωτικής περιουσίας, περιλάμβανε τόσο τη γη όσο και τους καλλιεργητές της. Τον 15ο αιώνα οι ραγιάδες ήταν το ζωτικό στοιχείο κάθε αγροτικής έκτασης, αφού η γη που καλλιεργιόταν ήταν περισσότερη από τα διαθέσιμα εργατικά χέρια. Τόσο αραιός ήταν ο αγροτικός πληθυσμός και τόσο άφθονη η ανεκμετάλλευτη γη των τιμαρίων, ώστε ανάμεσα στους τιμαριούχους να διεξάγεται συνεχής αγώνας για ην προσέλκυση ξένων ραγιάδων.  

Με την οθωμανική κατάκτηση, ο ελλαδικός χώρος χωρίστηκε  σε 267 ζιαμέτια (zeamet = κτήμα με ετήσια έσοδα από 20.000 έως 99.000 άσπρα, το οποίο δινόταν από το κράτος σε στρατιωτικούς και αξιωματούχους) και 1496 τιμάρια. Η γη των χωρών που είχαν κατακτηθεί διαιρούνταν αναλόγως των φορολογικών τους εσόδων, προσφερόμενα σε στρατιωτικούς (σπαχήδες), οι οποίοι είχαν την υποχρέωση να συντηρούν καθορισμένο με βάση την προϋπολογισθείσα γαιοπρόσοδο των κτημάτων αριθμό στρατιωτών με πλήρη πολεμική εξάρτηση. Οι διάφορες ομάδες του οθωμανικού φεουδαλισμού καρπώνονταν το 60% μέχρι και το 90% της αγροτικής παραγωγής, από την οποία ο σουλτάνος και τα υψηλότερα κρατικά κλιμάκια έπαιρναν τη μερίδα του λέοντος. 

Το οθωμανικό δίκαιο, το οποίο επηρεαζόταν από το κοράνι, όριζε σχετικά με την ακίνητη ιδιοκτησία: 1.Τα μούλκ (mulk = κτήματα –γαίες περιουσία του κράτους), τα οποία ύστερα από την κατάκτηση ενός μέρους έγιναν ιδιοκτησία μουσουλμανική και πλήρωναν τη δεκάτη. 2.Η ερζί χαράτζ (erzi harac = γαίες που τις εξουσίαζαν μη μουσουλμάνοι και πλήρωναν διπλό φόρο, το χαράτσι και τη δεκάτη) και 3. Οι γαίες ερζιμιρί (erzimiri) δηλαδή κρατικές που τις εκμεταλλεύονταν οι σπαχήδες. 

Οι σπαχήδες είχαν μόνο τη νομή στα κτήματα, ωστόσο είχαν το δικαίωμα να τα παραχωρήσουν ή να τα ενοικιάσουν σε τρίτους, και εισέπρατταν από αυτούς όλους τους τακτικούς φόρους αλλά και έκτατους για λογαριασμό τους (σαλαρά = φόρος σε είδος πάνω στα ζευγάρια βοδιών) και τη σπέντζα (ispence = κεφαλικός φόρος).Η δεκάτη και ο στρεμματικός φόρος ήταν οι φόροι που πλήρωναν οι ραγιάδες, ενώ ο κεφαλικός φόρος (χαράτς – harac = εισοδήματα ή προϊόντα από γαίες και εργασία δούλων) καθώς και οι αγγαρείες ήταν η συνηθισμένη κατάσταση στην καθημερινή  ζωή.  Συμπληρωματικά οι ραγιάδες έδιναν δοσίματα, φόρους, όπως η λεγόμενη salariye προς τους γαιοκτήμονες, για να μπορούν να έχουν στην κατοχή τους μικρά ζώα, να ασχολούνται με την κτηνοτροφία, να θερίζουν, να αλέθουν, να φτιάχνουν κρασιά, να παράγουν μέλι.

Παράλληλα υπήρχαν και έκτακτες εισφορές (π.χ για το γάμο) καθώς και πρόστιμα. Με την ενίσχυση των σχέσεων του οθωμανικού κράτους με τη Δύση, ο αγροτικός χώρος της αυτοκρατορίας που βρισκόταν ήδη στην φάση της παρακμής με την υπογραφή των   πρώτων  συμφωνιών (διομολογήσεις) με τις δυτικοευρωπαϊκές χώρες,   μετατράπηκε σε εξάρτημα  και τροφοδότη των οικονομιών της δυτικής Ευρώπης. Την περίοδο αυτή αρχίζει να κυριαρχεί ο κάτοχος μεγάλης έκτασης γαιών, ο τσιφλικάς, που ήταν φορέας της επιβολής του συστήματος της μονοκαλλιέργειας στην αγροτική παραγωγή. Ο νεότερου τύπου τσιφλικάς προσανατολιζόταν τώρα προς το εξωτερικό εμπόριο και γι' αυτό ήταν πιο απαιτητικός και σκληρός απ' ό,τι ο προκάτοχός του. Όπως υποστηρίζεται, το τσιφλίκι αποτέλεσε ένα φαινόμενο που στηρίχθηκε στη ριζική κατάργηση κάθε παραδοσιακής σχέσης και της επιβολής της αρχής της απόλυτης ατομικής ιδιοκτησίας.

Η αγροτική κοινωνία στην πρώτη περίοδο του ελλαδικού κράτους είναι ένα κράμα από βυζαντινά (κοινοτικό πνεύμα) και οθωμανικά στοιχεία (τσιφλίκια) που κυριαρχούν στη διαμόρφωση και  την υλοποίηση της σχετικής αγροτικής πολιτικής. Η αγροτική κοινωνία εντάχθηκε στους γενικότερους μηχανισμούς και προτεραιότητες της κεντρικής διοίκησης, στις επιλογές του αστικού τομέα, καταλαμβάνοντας τον ιδιαίτερο ρόλο, για τον οποίον προοριζόταν. Η αγροτική κοινωνία ως οντότητα στην περιφέρεια του διεθνούς καταμερισμού της εργασίας και του καπιταλιστικού τρόπου ανάπτυξης και δομής της ελλαδικής οικονομίας, επηρεάστηκε σημαντικά τόσο στα ζητήματα της εξέλιξης όσο και της ιδεολογίας από τη Δύση. Η αγροτική κοινωνία παρότι σήκωσε το βάρος της   προεπαναστατικής προετοιμασίας και του απελευθερωτικού αγώνα, η φυσική της ηγεσία παρέμενε περιθωριοποιημένη και δέχεται να την εκπροσωπήσουν οι αστοί  των ελληνικών παροικιών.

Σε συνεργασία με τους ιδιοκτήτες της γης και τους πρόκριτους, οι Έλληνες του εξωτερικού, διαμέσου του πολιτικού συστήματος που επιβάλλει η παρουσία των Βαυαρών, που καταργούν την κοινοτική δομή του, που  συνέβαλλε στην επιβίωση του Ελληνισμού, αναλαμβάνουν να εκπροσωπήσουν την ελλαδική ύπαιθρο και να προβάλλουν τα αιτήματά της. Έτσι δημιουργούνται δύο τάσεις στην αγροτική κοινωνία: η μία από τους πάροικους, που μετά  την παρακμή των κοινοτήτων του εξωτερικού προσανατολίζονται να  αναδείξουν μία αγγλικού τύπου εξέλιξη της βιομηχανίας, θέτοντας τον αγροτικό κόσμο σ’ αυτό το πλαίσιο, και η άλλη που διαμέσου του βαυαρικού μοντέλου διοίκησης και οικονομικής ανάπτυξης προωθεί μία «ελαφριά» βιομηχανία, που δημιουργεί πελατειακές δομές και αντίστοιχη συγκρότηση του κράτους, ενώ παράλληλα  ισχυροποιεί τη θέση της στην περιφέρεια. Ο αγροτικός  κόσμος δεν μπόρεσε ποτέ να εκφραστεί ποτέ πολιτικά αυτόνομα, αφού οι δυσαρέσκειες εκτονώθηκαν και αντιμετωπίστηκαν με την διόγκωση του κρατικού τομέα, τη διχαστική πολιτική, τους εκπαιδευτικούς μηχανισμούς. Σ΄ αυτό συνετέλεσε και η διαφορά πολιτικής, πολιτιστικής και κοινωνικής εμπειρίας και βαρύτητας των αγροτών της «παλιάς Ελλάδας» από αυτούς των «νέων χωρών» και τους πρόσφυγες.

Η  αγροτική μεταρρύθμιση του 1871, παρότι δεν ολοκληρώθηκε, αποτέλεσε μια από τις σημαντικότερες τομές στο εσωτερικό της χώρας, αφού οι μικροί κλήροι που δημιουργήθηκαν διευκόλυναν την εφαρμογή συστημάτων εντατικής καλλιέργειας, με χαρακτηριστικότερη την περίπτωση της σταφίδας. H συγκυριακή αύξηση των εξαγωγών της σταφίδας, λόγω των προβλημάτων στη γαλλική παραγωγή,  συντέλεσε ακόμη περισσότερο στη θετική πορεία της οικονομίας, που διακόπηκε με την σταφιδική κρίση στα τέλη του αιώνα, που σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες (όρους εξωτερικών δανείων) οδήγησε στην πτώχευση του 1893. Η δυτική οικονομία και οι  προτεραιότητές της στον ελλαδικό χώρο ευνόησαν την περαιτέρω   δημιουργία μεγάλων εκτάσεων, που συμπύκνωσαν το αγροτικό ζήτημα δημιουργώντας μεγάλες κοινωνικές εντάσεις με αποκορύφωμα τα μεγάλα αγροτικά κινήματα, που κατέληξαν στην εξέγερση των κολίγων το 1907 και στο κίνημα των Θεσσαλών αγροτών το 1910.   

Στη νεοελληνική κοινωνία, το αγροτικό ζήτημα θα λάβει μεγαλύτερες διαστάσεις, όταν η έλευση των προσφύγων το 1922 θα αποτελέσει το έναυσμα για τη συνέχεια και ολοκλήρωση της αγροτικής μεταρρύθμισης του 1917. Η αγροτική μεταρρύθμιση, που εξήγγειλε ο Βενιζέλος από τη Θεσσαλονίκη, θα ολοκληρωθεί αργότερα, με τα πολεμικά γεγονότα, τις αντιδράσεις και το προσφυγικό κύμα, να αποτελούν τα κυρίαρχα στοιχεία για την υλοποίησή της. Η ίδρυση της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδας (ΑΤΕ) είναι μια από τις πιο  σημαντικές εξελίξεις που υπάρχουν αυτήν την περίοδο.

Μεταπολεμικά η ελλαδική αγροτική κοινωνία αναγκάστηκε να προσαρμόσει  πολλά από τα προβλήματα που την απασχολούσαν σε σχέση με τα νέα δεδομένα. Η εθνική οικονομία στηρίχθηκε στην ολόπλευρη ανάπτυξη ορισμένων κλάδων (ναυτιλίας, τουρισμός, βιομηχανικοί κλάδοι όπως πετροχημικά κ.ά.), ενώ ο εναρμονισμός με τα οικονομικά  (και πολιτικά) πρότυπα και τα κέντρα αποφάσεων της Δύσης, δεν άφησαν περιθώρια για τις κοινωνικές και αναπτυξιακές προτεραιότητες του αγροτικού τομέα και την εξέλιξή του. Ο ρόλος του  ήταν πλέον παθητικός. Αυτή η επιλογή ήταν οδυνηρή για την αγροτική κοινωνία που διαφοροποιούνταν, λόγω του εμφυλίου πολέμου, από τις ανάλογες καταστάσεις που αντιμετώπισαν οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες στην προσπάθειά τους για ανασυγκρότηση. Οι υλικές και ανθρώπινες απώλειες ήταν τεράστιες, η φυγή των πολιτικών προσφύγων από αγροτικές κυρίως περιοχές προς την ανατολική Ευρώπη, η διάρρηξη των κοινωνικών σχέσεων σε πολιτικές αντιπαραθέσεις φορτισμένες με προσωπικές αντεκδικήσεις, η ένταση θεσμών πολιτικού ελέγχου (π.χ. επιτηρούμενες περιοχές) επιβάρυναν τον αγροτικό χώρο, που μέσα από την ένταση των κομματικών εξαρτήσεων και των άλλων εσωτερικών και διεθνών πολιτικών δεδομένων, βρέθηκε ανοργάνωτος και υπό κατάρρευση.

Η μετανάστευση προς το εσωτερικό και το εξωτερικό, η αγροτική έξοδος, η προοπτική διεθνοποίησης της οικονομίας ως προϋπόθεση και προοπτική βιομηχανικής ανάπτυξης, η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, έθεσε ποικιλία προβλημάτων που έπρεπε να αντιμετωπιστούν. Παράλληλα οι προτεραιότητες ανάπτυξης της χώρας που υιοθετήθηκαν, δεν έδωσαν τη διάσταση μιας σύγχρονης αγροτικής παραγωγής που θα αποτελούσε στρατηγικό τομέα παραγωγής της ελληνικής οικονομίας, αλλά στο πλαίσιο μιας εξαρτημένης εκβιομηχάνισης, έμεινε στο περιθώριο εμφανίζοντας μεγάλη καθυστέρηση. Από την άλλη πλευρά,  η πολιτική του κέντρου εκτονώθηκε σε διαδοχικές ρυθμίσεις χρεών, διανομή γης, κοινωνικές παροχές, χωρίς να υπάρξει συγκροτημένη  και συνολική πολιτική και διεκδίκηση  ανάπτυξης για τον αγροτικό χώρο, όπως συνέβαινε στην Ευρώπη. Εκεί όπου ο αγροτικός κόσμος είναι πρωταγωνιστής στην ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητα της εθνικής οικονομίας.

Το βιβλίο σκοπεύει  να αναδείξει τα κύρια χαρακτηριστικά της αγροτικής κοινωνίας του ελλαδικού κράτους, τόσο στην κρίσιμη πρώτη περίοδο οργάνωσης της διοίκησης όσο και αργότερα, όπου πολιτικά και άλλα γεγονότα καθόρισαν τη συνέχεια του αγροτικού χώρου και να διερευνήσει ζητήματα τα οποία για διάφορους λόγους έμειναν στο περιθώριο του επιστημονικού  λόγου και  έρευνας.

 

Ο Φάνης Μαλκίδης είναι διδάκτωρ κοινωνιολογίας και διδάσκει στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης. Κυριότερα έργα του είναι: Αγροτική Κοινωνιολογία - Γενικές αρχές Κοινωνιολογίας. Η αρμενική γενοκτονία και το δικαίωμα στη μνήμη. Aspects of Greek social life in Black Sea. La situation de la Minorite Grecque en Albanie. A ' egard du Droit International relatif a la protection des Minorites. Dimensions Politigues et Juridques (σε συνεργασία με τον Στέφανο Αμπατζή). Κοινωνία και μειονότητες στη χερσόνησο του Αίμου. Η Αλβανία και η ελληνική κοινότητα στη Χιμάρα (σε συνεργασία με τον Κωνσταντίνο Δημητρόπουλο).