ΚΟΣΜΟΣ

 

 

Στο λαβύρινθο των σκοπιμοτήτων

 

Ανάλυση

 

Του Θωμά Στεφ. Σάρα

 

            Η πρόσφατη επίσκεψη του διαδόχου της Σαουδικής Αραβίας στο προεδρικό «ράντσο» στο Τέξας κάθε άλλο παρά θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί σαν ευχάριστο γεγονός.

            Την ώρα που ο Αμερικανός πρόεδρος και ο Σαουδάραβας μονάρχης προσπαθούσαν να αντιληφθούν ο ένας τον άλλο, πίσω στην Παλαιστίνη οι δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις παρέμεναν αντιμέτωπες κι έτοιμες να αναλάβουν δράση.

            Παρά τις πιέσεις του Σαουδάραβα μονάρχη προς τον πρόεδρο Μπους να διαχωρίσει τη θέση του από το Ισραήλ, ο τελευταίος, όχι μόνον αρνήθηκε κάτι τέτοιο, αλλά ακόμη περισσότερο πίστεψε στην ανάγκη να επαναλάβει γι’ άλλη μια φορά την αποφασιστικότητα των ΗΠΑ να μην επιτρέψουν την καταστροφή του Ισραήλ. Το βέβαιο, που προέκυψε από αυτή την απάντηση, είναι η δήλωση του Σαουδάραβα μονάρχη, ότι σε καμιά περίπτωση δεν πρόκειται να χρησιμοποιήσει το πετρέλαιο, προκειμένου να πιέσει την Αμερική να διαχωρίσει τη θέση της από το Ισραήλ. Παρ’ όλ’ αυτά, οι δύο βάσεις των θεμελίων της αμερικανικής πολιτικής στη Μέση Ανατολή, η προστασία του Ισραήλ από τη μια και η διατήρηση των απαραίτητων ποσοτήτων βενζίνης από τηνάλλη φαίνεται να έχουν κλονισθεί επικίνδυνα.

            Πίσω στην Ουάσιγκτον είναι «κοινό μυστικό» η διεξαγωγή μιας πάλης μεταξύ εκείνων που επιμένουν ότι αποτελεί προτεραιότητα η υποστήριξη του Αριέλ Σαρόν και εκείνων που θεωρούν ότι ο Ισραηλινός πρωθυπουργός υπέπεσε σε τόσα λάθη, που δεν υπάρχει λόγος να θέσει σε κίνδυνο η Αμερική τα συμφέροντά της στην περιοχή γι’ αυτόν. Είναι δε πασιφανές, ότι ο πρόεδρος Μπους παραδέρνει κατά διαστήματα από τη μια πλευρά στην άλλη.

            Πέραν, όμως, των θεωρητικών κυρίως προβλημάτων, είναι βέβαιο ότι την αμερικανική διοίκηση διακατέχει μια πραγματική αμηχανία για το πώς θα πρέπει να αντιμετωπισθούν οι Άραβες. Το μεγάλο πρόβλημα και ερώτημα για το γεγονός ότι ο Οσάμα μπιν Λάντεν και η συντριπτική πλειοψηφία των τρομοκρατών συντρόφων του προέρχονται από αραβικές χώρες, τις κυβερνήσεις των οποίων η Ουάσιγκτον θεωρεί κλειστούς συμμάχους της τόσο τη Σαουδική Αραβία όσο και την Αίγυπτο.

            Η μεγάλη απορία που συνεχίζει να κυριαρχεί στις αίθουσες των συνεδριάσεων του υπουργείου Εξωτερικών είναι με ποιο τρόπο θα ήταν δυνατό να πείσει κάποιος τα αραβικά κράτη να υποστηρίξουν μια αμερικανική επίθεση εναντίον του Ιράκ.

            Το σπουδαιότερο ερώτημα, ωστόσο, συνεχίζει να παραμένει εκείνο του πώς θα μπορούσαν οι διπλωμάτες να ενδυναμώσουν την με ταχύτατο ρυθμό εξασθενούσα επιρροή και αξιοπιστία της Αμερικής μεταξύ των αραβικών διοικήσεων εξαιτίας της στήριξης των ΗΠΑ προς το Ισραήλ. Αυτή προφανώς ήταν και η αιτία για το ότι, μετά τη φιλοξενία του βασιλικού πρίγκιπα της Αραβίας από τον πρόεδρο Μπους στο Τέξας, δεν υπήρξε καν κοινό ανακοινωθέν των δύο ηγετών. Προσπαθώντας να διατηρήσει τους τύπους ο Αμερικανός πρόεδρος απλώς αρκέστηκε να δηλώσει ότι ο ίδιος ανέπτυξε μια προσωπική γνωριμία με «έναν άνδρα τεραστίων γνωριμιών και επιρροής στη Μέση Ανατολή».

            Για τους πολιτικούς παρατηρητές ο Σαουδάραβας πρίγκιπας αποτελεί μια ιδιαίτερα σεβαστή προσωπικότητα και χαίρει ιδιαίτερης εκτίμησης μεταξύ των μουσουλμάνων της γης, οι οποίοι αποτελούν το ένα τέταρτο του ολικού πληθυσμού του πλανήτη. Πέραν του ότι οι Σαουδάραβες μονάρχες είναι τοποτηρητές και φύλακες των δύο μεγάλων ιερών του ισλάμ, απολαμβάνουν έναν προσωπικό σεβασμό, μια μοναδική εμπιστοσύνη και αξιοπρέπεια μεταξύ των μεγάλων λαϊκών στρωμάτων του μουσουλμανικού κόσμου.

            Όπως όμως κι άν έχει η πραγματικότητα, η ουσία παραμένει μία, ότι άσχετα με τη δεδηλωμένη προτίμηση των ΗΠΑ προς το Ισραήλ, η ηγεσία της Αραβίας παραμένει πιστή στις φιλικές της σχέσεις με τις ΗΠΑ. Η πραγματικότητα, ωστόσο, αυτή δεν φαίνεται να αντικατοπτρίζει και τα αισθήματα των μεγάλων μαζών των Αράβων, οι οποίες αγωνίζονται για κοινωνικές αλλαγές, την κατάργηση του φεουδαρχισμού και την απελευθέρωση των μαζών.

            Στην προ του Σεπτέμβρη του 2001 περίοδο το αίσθημα αυτό το συναντούσε κανείς σε έναν περιορισμένο αριθμό ηγετών της ομάδας του μπιν Λάντεν, οι οποίοι δεν δίσταζαν να χρησιμοποιήσουν τη βία, προκειμένου να υποχρεώσουν τους Αμερικανούς να εκκενώσουν τη στρατιωτική τους βάση στο έδαφος της Σαουδικής Αραβίας, η οποία φιλοξενεί περί τους 4.500 Αμερικανούς στρατιώτες.

            Το χειρότερο είναι ότι τα αισθήματα αυτά έλαβαν νέες διαστάσεις, καθώς άρχισαν να ξαπλώνονται μεταξύ των αραβικών πληθυσμών της περιοχής, ύστερα από τις πρόσφατες επιθέσεις των Ισραηλινών στα χωριά και τις πόλεις των Παλαιστινίων. Η αλήθεια είναι ότι, μετά την έναρξη του τελευταίου ξεσηκωμού των Παλαιστινίων εδώ και είκοσι μήνες, οι εικόνες που παρουσίαζε η τηλεόραση από την περιοχή θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ο,τιδήποτε άλλο παρά εικόνες καλής διοίκησης. Το αποτέλεσμα αυτής της πραγματικότητας ήταν οι γενναιόδωρες προσφορές των Σαουδαράβων για την ενίσχυση των Παλαιστινίων.

            «Εικόνες μικρών παιδιών να εκτελούνται, οικοδομές να καταστρέφονται, δέντρα να ξεριζώνονται, πολίτες να περικυκλώνονται από οπλισμένους στρατιώτες, γυναίκες έγκυες να δολοφονούνται, άλλες να γεννούν περιμένοντας να περάσουν κάποιο σημείο ελέγχου…». Αυτά είναι τα λόγια του Σαουδάραβα μονάρχη τον περασμένο Γενάρη.

            Ακολούθησε το ειρηνευτικό σχέδιο της Αραβίας, σύμφωνα με το οποίο οι Ισραηλινοί θα έπρεπε να αποχωρήσουν από όλα τα εδάφη, που κατέχουν από στρατιωτικές επιχειρήσεις και σε αντίκρισμα οι αραβικές διοικήσεις υπόσχονταν πλήρη αναγνώριση και τη σύναψη φιλικών σχέσεων.

            Την πρόταση του Σαουδάραβα μονάρχη φάνηκαν διατεθειμένοι να υποστηρίξουν 22 κράτη του αραβικού κόσμου. Παρ’ όλ’ αυτά και ενώ γινόταν συζήτηση πάνω στην πρόταση, ο πρωθυπουργός του Ισραήλ προτίμησε, αντί απάντησης, να πολιορκήσει τον Παλαιστίνιο ηγέτη Αραφάτ στο αρχηγείο του στη Ραμάλα. Από την ημέρα εκείνη αποτελεί κοινό μυστικό ότι οι Άραβες ακολούθησαν μια νέα σκληρή πολιτική έναντι των Ισραηλινών και των προστατών τους Αμερικανών.

            Το γεγονός ότι στις επιχειρήσεις ενάντια στους Παλαιστίνιους ο ισραηλινός στρατός χρησιμοποιεί τεθωρακισμένα ελικόπτερα και οπλικά συστήματα αμερικανικής κατασκευής δημιουργεί στις καταπιεζόμενες μάζες αίσθημα αγανάκτησης και διαμαρτυρίας.. Αυτή η πραγματικότητα έγινε αισθητή από τις μεγάλες παλλαϊκές συγκεντρώσεις και πορείες διαμαρτυρίας των τελευταίων ημερών σε κάθε πόλη και χωριό της περιοχής. Οι δε διαδηλωτές έκαμναν ολοφάνερη την αγανάκτησή τους εναντίον των αμερικανών και Ισραηλινών.

            Υπάρχει μια ρήση: «Φωνή λαού, οργή Θεού», κάτι που γνωρίζουν πολύ καλά οι ηγέτες των αραβικών διοικήσεων της περιοχής. Το αποτέλεσμα είναι ότι τόσο ο διάδοχος του αραβικού θρόνου όσο και ο μονάρχης της Ιορδανίας, Αμπντουλάχ, ο πρόεδρος της Αιγύπτου, Μουμπάρακ, έκαναν ο,τιδήποτε δυνατό για να διαχωρίσουν τη θέση τους από την αμερικανική διοίκηση. Το βέβαιο είναι ότι όλοι τους βρίσκονται στην κόψη του ξυραφιού λόγω της λαϊκής κατακραυγής.

            Η κατάσταση αυτή έγινε ακόμα πιο δραματική ύστερα από την αναφορά του Μπους στο Σαρόν ως «φιλειρηνικού ηγέτη» ύστερα από την άρνηση του τελευταίου να σεβαστεί τις επανειλημμένες εκκλήσεις του πλανητάρχη να θέσει τέρμα στη στρατιωτική εισβολή στις παλαιστινιακές πόλεις. Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι τόσο ο Αμερικανός πρόεδρος όσο και οι συνεργάτες του αντιλαμβάνονται τις πραγματικές δυνάμεις, οι οποίες επενεργούν στη διαμόρφωση των πραγμάτων της περιοχής.

            Παρ’ όλ’ αυτά, για να υπάρξει κάποιο ενδεχόμενο αποφυγής μεγάλων κοινωνικών αναταραχών στην περιοχή, θα πρέπει αμέσως και χωρίς καμιά καθυστέρηση να αφεθεί ελεύθερος ο ηγέτης και «ήρωας» των Παλαιστινίων Αραφάτ, και να επιτευχθεί το συντομότερο δυνατό η αποχώρηση των ισραηλινών δυνάμεων από τα εδάφη των Παλαιστινίων. Και, προκειμένου να υπάρξει κάποια χειρονομία καλής θέλησης από πλευράς Ισραηλινών, είναι απαραίτητο να επιτραπεί στους παρατηρητές του ΟΗΕ να ερευνήσουν τις καταγγελίες των Παλαιστινίων. Μόνον έτσι υπάρχει κάποια ελπίδα η λαϊκή χιονοστιβάδα να σταματήσει εκεί που βρίσκεται. Διαφορετικά, σαν πάρει τη φορά της πτώσης, κανείς μας δεν θα μπορεί να προβλέψει τα τελικά αποτελέσματα, τα οποία ίσως θα είναι περισσότερο οδυνηρά για τα αμερικανικά συμφέροντα παρά για τους διάφορους δικτατορίσκους και τυράννους, που διοικούν τις μάζες της περιοχής ελέω Αμερικής.