Ελεύθερα
Μια
νέα πραγματικότητα (σενάριο
φαντασίας) Του
Θωμά Στεφ. Σάρα Αρχισυντάκτη Ο
χάρτης τον οποίο «περιέργως» σύνταξαν
και κυκλοφόρησαν οι υπηρεσίες
προπαγάνδας της Άγκυρας. Σύμφωνα με
αυτόν δημιουργείται μια μεγάλη Αλβανία,
μια διπλάσια «Μακεδονία», μια «Ενωμένη
Τουρκική Θράκη» και τα νησιά του
ανατολικού Αιγαίου περνούν στην «οικονομική
σφαίρα» της Άγκυρας.
Η πολιτική της «επαναπροσέγγισης»
της Νέας Τάξης φαίνεται να προχωρεί
κανονικά.
Η
τελευταία δεκαετία του περασμένου
αιώνα θα μείνει στην ιστορική μνήμη σαν
μια περίοδος πολιτικών αναταραχών και
ανακατατάξεων. Στην πραγματικότητα τα
πάντα εξελίχθηκαν όπως ακριβώς είχαν
προσχεδιασθεί και σύμφωνα με τους
σχεδιασμούς των αρχιτεκτόνων της «νέας
τάξης».
Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι τα
σχέδια αυτά δεν θέλησαν ν’ αφήσουν και
δεν άφησαν καμιά γωνιά της γης χωρίς τον
παρεμβατισμό εκείνων, οι οποίοι είχαν
σαν στόχο την αλλαγή της εικόνας της
διεθνούς κοινότητας. Από την Αφρική στην
Ασία και από τα Βαλκάνια στην
αμερικανική ήπειρο οι άνεμοι των
κοινωνικών αλλαγών συνέχισαν να
σκορπούν ένα παγκόσμιο μήνυμα
αποφασιστικότητας και θέλησης για την
επιβολή των αλλαγών.
Στα πλαίσια αυτών των πολιτικών
σχεδιασμών, όπως ήταν επόμενο, νωρίς
βρέθηκε και ο ζωτικός χώρος της
ελληνικής πολιτείας, μέρη της οποίας
συνέχισε να διεκδικεί η Τουρκία, η
Βουλγαρία, η νεόδμητη δημοκρατία της FYROM
(«Μακεδονίας») και, φυσικά, και η
Αλβανία.
Στην αρχική προσπάθεια προσέγγισης
της ηγεσίας της Γιουγκοσλαβίας από τους
εκπροσώπους της νέας τάξης, με απώτερο
στόχο την εναρμόνιση της διοικητικής
αυτής περιοχής στην παγκόσμια
εναλασσόμενη εικόνα της κοινότητας του
ανθρώπου, υπήρξε μια στυγνή και άγονη
άρνηση από πλευράς Βελιγραδίου. Αυτός
ήταν και ο λόγος της αρχικής απόφασης
για τη διάσπαση και αποδυνάμωση της
άλλοτε παντοσύναμης ηγέτιδας του
κινήματος των χωρών των αδέσμευτων.
Μια παρόμοια κίνηση εκδηλώθηκε
αρχικά και προς την Τουρκία, από την
οποία ζητήθηκε η παραχώρηση του
προνομίου αναγνώρισης περιορισμένης
αυτονομίας ή αυτοδιοίκησης στις μάζες
των Τούρκων πολιτών κουρδικής καταγωγής.
Στις διαπραγματεύσεις εκείνες η Άγκυρα
φάνηκε διατεθειμένη να κάνει ορισμένες
υποχωρήσεις υπό την προϋπόθεση ότι και η
γειτονική Ελλάδα θα δεχόταν να
αναγνωρίσει την ύπαρξη τουρκικής
καταγωγής πολιτών στη Θράκη καθώς και να
αποδεχθεί την αναγνώριση περιορισμένης
αυτοδιοίκησης στις κοινότητες των
τουρκόφωνων πολιτών της.
Μέρος εκείνης της συμφωνίας ήταν η
αποδοχή των δύο μεγάλων κομμάτων της
ελληνική πολιτικής σκηνής στην
κατάσταση των υποψηφίων βουλευτών και
ενός αριθμού (2) εκπροσώπων της
τουρκόφωνης μειονότητας της Θράκης.
Παράλληλα, όμως, αθόρυβα και με πολύ
προσεκτικά βήματα έλαβαν εντολή οι
νομάρχες της περιοχής να φροντίσουν,
ώστε στις τουρκόφωνες, μουσουλμανικές
κοινότητες της περιοχής τους η τοπική
αυτοδιοίκηση να περάσει στα χέρια των
εκπροσώπων ή υποψηφίων της τουρκόφωνης
μειονότητας.
Η Αθήνα με τη σειρά της πίστευε και
περίμενε να δει κάποια παρόμοια κίνηση
από την πλευρά της Άγκυρας. Η τελευταία,
ωστόσο, επικαλούμενη το ιδιόρρυθμο
καθεστώς της κεκαλυμμένης δικτατορίας,
κάθε φορά ζητούσε και πίστωση χρόνου,
για να εφαρμόσει τις αποφάσεις. Θα
πρέπει να σημειωθεί, ότι ολόκληρη αυτή
την περίοδο η Άγκυρα προσπάθησε να
αποσπάσει από την Ελλάδα ό,τι μπορούσε
περισσότερο προς όφελός της. Ύστερα από
την παγίωση των αξιώσεών της πάνω στα
κατεχόμενα εδάφη της Κύπρου, με τη
σιωπηρή αποδοχή της διεθνούς κοινότητας,
άρχισε να δημιουργεί ανοικτές
προειδοποιήσεις για νέες διεκδικήσεις
στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου. Τελικά
και κάτω από τις αντιδράσεις και
διαφωνίες του Ανδρέα Παπανδρέου, σε
συνεργασία μεταξύ Λευκού Οίκου,
Ηνωμένων Εθνών και ΝΑΤΟ, αποφασίσθηκε η
εφαρμογή μιας πολιτικής
παραπληροφόρησης του ελληνικού λαού και
με τη βοήθεια και συνεργασία του
πολιτικού κόσμου, κυρίως της Αριστεράς
και των μέσων μαζικής ενημέρωσης (ΜΜΕ)
της χώρας, να επιβληθεί η πολιτική της «ελληνοτουρκικής
φιλίας». Τοποτηρητές της εφαρμογής
αυτού του σχεδίου, για το οποίο
συμφώνησαν τόσο ο Ανδρέας Παπανδρέου
όσο και ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης,
αρχικά θα έμπαιναν ο Γιώργος Παπανδρέου
για την Ελλάδα και ο Ισμαϊλ Τζεμ για την
Τουρκία.
Έτσι, με τη βοήθεια ενός πραγματικού
Πακτωλού δισεκατομμυρίων δολαρίων του
ΝΑΤΟ και του Στέιτ Ντιπάρτμεντ,
σχηματίσθηκαν οι θίασοι της
ελληνοτουρκικής φιλίας, των Ιππεκτσί,
των Δημοσιογράφων του Αιγαίου, και
καθορίσθηκαν τα ενημερωτικά σεμινάρια
της ακριτικής Σαμοθράκης, για την οποία
η Τουρκία επιμένει να διατηρεί
απαιτήσεις, ισχυριζόμενη λόγους
ασφάλειας των θαλασσίων μεταφορών.
Είναι βέβαιο ότι αρχικά την όλη ιδέα
της για μια και καλή ρύθμιση των
διαφορών και εκκρεμοτήτων μεταξύ των
δύο γειτόνων δέχθηκε ολόκληρος σχεδόν ο
πολιτικός κόσμος της Ελλάδας, ενώ από
πλευράς Άγκυρας υπήρξαν ισχυρές
αντιδράσεις και σκεπτικισμοί.
Έτσι φθάσαμε στις εμπειρίες των
Ιμίων και τις απειλές των στρατοκρατών
της Τουρκίας «σε τρεις μόνον ώρες να
βρίσκονται στην Ακρόπολη». Είναι, επίσης,
βέβαιο ότι τόσο το ΝΑΤΟ όσο και η
Ουάσιγκτον προσπάθησαν να καθησυχάσουν
την Άγκυρα, υποσχόμενοι την ένταξή της
στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ). Το σκεπτικό
υπήρξε απλό: Να χρησιμοποιηθεί η Τουρκία
σαν πρώτος σταθμός αναχαίτισης των
ανατρεπτικών βλέψεων των φανατικών
μουσουλμάνων. Στην πρόταση θέλησε να
αντιδράσει η Αθήνα, πλην όμως η Άγκυρα
άφησε να διαφανεί η αποφασιστικότητά
της «να ξεκαθαρίσει» μια και καλή τους
λογαριασμούς της με την Αθήνα.
Κάτω από αυτές τις εξελίξεις η
κυβέρνηση Σημίτη υποχρεώθηκε να
αποδεχθεί την πρόταση υπό την
προϋπόθεση της αποδοχής στην Ένωση και
της Κυπριακής Δημοκρατίας, άσχετα από
την επίλυση ή όχι του θέματος της
κατοχής και διαίρεσης του νησιού στα δύο.
Γι’ άλλη μια φορά θέλησε να αντιδράσει η
Τουρκία, η οποία ωστόσο, ύστερα από τη
λήψη διαβεβαιώσεων ότι «κάτι παρόμοιο
δεν πρόκειται να συμβεί», φάνηκε να
υποχωρεί από τις αρχικές σκληρές θέσεις
της.
Το βέβαιο είναι ότι, με εκείνη τη
συμφωνία, στην πραγματικότητα τόσο η
Ελλάδα όσο και η Κύπρος κατόρθωσαν να
ξεπεράσουν έναν επικίνδυνο σταθμό κι
ακόμη κι έναν καταστρεπτικό πόλεμο, στον
οποίο υπολόγιζαν οι θερμοκέφαλοι της
Άγκυρας για να «πάρουν ο,τιδήποτε τους
ανήκε»!
Οι
δύο «μάγοι» της διπλωματίας
Όπως έχω ήδη αναφέρει πιο πάνω, η
εφαρμογή αυτής της πολιτικής αφέθηκε
στα χέρια δύο πολιτικών ευνοουμένων της
Ουάσιγκτον, οι οποίοι ενισχύθηκαν με
κάθε ηθική και οικονομική βοήθεια και
ενθάρρυνση, ώστε να μπορέσουν να
προχωρήσουν στην εφαρμογή του
προγράμματος «επαναπροσέγγισης» των
δύο κρατών.
Είναι δε βέβαιο, ότι την περίεργη
αυτή πολιτική της αποδοχής ταπεινωτικών
απειλών της Άγκυρας ελάχιστοι μόνον
πολίτες της Ελλάδας θέλησαν να δείξουν
διάθεση αποδοχής. Παράλληλα, όμως, η
συνεχιζόμενη πρόκληση της Άγκυρας, η
αδυναμία και απροθυμία της να κάνει
οποιαδήποτε υποχώρηση από τις αξιώσεις
της στο Κυπριακό και η καθημερινά
αυξανόμενες απαιτήσεις της άρχισαν να
προβληματίζουν ακόμη και τους πιο
θερμούς υποστηρικτές του σχεδίου της
φιλίας. Τόσο ο Έλληνας υπ. Εξ., Γιώργος
Παπανδρέου, όσο και ο Τούρκος ομόλογός
του, Ισμαϊλ Τζεμ, άρχισαν να
αντιλαμβάνονται τη δημιουργία σοβαρών
προβλημάτων και χιλιάδων ερωτημάτων από
την πλευρά των βουλευτών της
αντιπολίτευσης και μεταξύ των τάξεων
εκείνων της κυβέρνησης.
Κάτω από αυτές τις διαμορφώσεις και
προκειμένου να συγκρατηθούν τα πνεύματα
των θερμοκέφαλων στρατηγών της Άγκυρας,
οι δύο εκπρόσωποι της νέας τάξης
αποφάσισαν να προχωρήσουν στην έναρξη
διμερούς διαλόγου πάνω στις αξιώσεις
και απαιτήσεις της Τουρκίας για το
Αιγαίο, την Κύπρο και τη Θράκη. Είναι
γνωστό, ότι η αναγγελία της έναρξης του
διαλόγου προβλημάτισε και θορυβοποίησε
την πλειοψηφία των βουλευτών των
διαφόρων πολιτικών κομμάτων. Ακόμα και
αυτή η ελληνική Αριστερά, η οποία αρχικά
άφησε να διαφανεί ο ενθουσιασμός της για
την εφαρμογή του προγράμματος, ξαφνικά
άρχισε να εμφανίζεται σκεπτική και να
προβληματίζεται με τις θέσεις και την
ειλικρίνεια των προθέσεων της Άγκυρας.
Ο ίδιος ο υπ. Εξ. της Ελλάδας, Γ.
Παπανδρέου, ξαφνικά άρχισε να βρίσκεται
στο επίκεντρο επιθέσεων ακόμη και μελών
του κόμματός του. Κάπως παρόμοια και
λίγο πιο έντονη ήταν η αντίδραση που
συναντούσε ο Ισμαϊλ Τζεμ από τη δική του
πλευρά, καθώς μια ομάδα συντηρητικών
στρατηγών παρουσιαζόταν απρόθυμη για
την αποδοχή οποιασδήποτε υποχώρησης. Για
την κατάσταση αυτή η Άγκυρα κατηγορούσε
ανοικτά την Ελλάδα, η οποία «δεν δεχόταν
να παραχωρήσει ο,τιδήποτε είχε
υποσχεθεί». Από τη δική της πλευρά η
Αθήνα δεν έδειχνε καμιά διάθεση να
ενδώσει στις καθ’ όλα παράλογες και
ανεδαφικές απαιτήσεις της Άγκυρας.
Μοιραία, οι δύο «μάγοι» της διπλωματίας
άρχισαν να χάνουν το «φωτοστέφανο» του
επιτυχημένου και ικανού διπλωμάτη, που
με τόση προσοχή και οικονομική θυσία
δημιούργησε το ΝΑΤΟ και η Ουάσιγκτον. Παράλληλα,
μια τρομερή οικονομική κρίση, που «κτύπησε»
την Τουρκία, ο πόλεμος κατά των
εξτρεμιστών μουσουλμάνων, η
συνεχιζόμενη ανταρσία των κουδικών και
αρμενικών πληθυσμών, τα κινήματα
απελευθέρωσης των Ασσυρίων και η
εμφάνιση νέων αποσπαστικών κινημάτων
στον πόντο ήλθαν από κοινού να
αποτελέσουν την «ταφόπετρα» στα όνειρα
και τις φιλοδοξίες του πρώην «μεγάλου
ασθενούς» της Ευρώπης.
Έχοντας πλήρη αντίληψη οι στρατηγοί
της Άγκυρας της σοβαρότητας των
προβλημάτων, που έχουν αγκαλιάσει τη
διοίκηση, προσπάθησαν να αντιδράσουν
σπασμωδικά, απαιτώντας την άμεση είσοδό
τους στην Ευρώπη, τους όρους και τις
προϋποθέσεις της οποίας θεώρησαν
απαράδεκτες και επικίνδυνες για την
κρατική συνοχή της επικράτειας.
Στο σημείο αυτό προσπάθησαν να
παρέμβουν οι Αγγλοαμερικανοί, οι οποίοι
με πρότασή τους ζήτησαν να γίνει
αποδεκτή η Τουρκία στον ευρωπαϊκό
στρατό, έστω και εάν δεν είναι μέλος της
ΕΕ. Η πρόταση αυτή συντρίφτηκε πάνω στην
απόλυτη άρνηση των Αθηνών να αποδεχθεί «εκτροπή»
από τους κοινούς κανόνες αποδοχής των
υποψηφίων.
Τόσο η Άγκυρα όσο και η Ουάσιγκτον με
το Λονδίνο, ως γνωστόν, προσπάθησαν να
επιβάλουν τη θέση της αποδοχής ως έχει
υπό την προϋπόθεση της τμηματικής
επιβολής των κοινψνικών αλλαγών
σταδιακά, ένα στοιχείο, το οποίο, εάν
τελικά επιτευχθεί, θα δημιουργήσει ένα
προηγούμενο αποδοχής τυρανικών
διοικήσεων στους κόλπους της ΕΕ.
Αντιδρώντας η Άγκυρα άρχισε έναν
πραγματικό πόλεμο εντυπώσεων και
προπαγάνδας ενάντια στην Ελλάδα. Μέρος
της εκστρατείας είναι και η «σύλληψη»
και κυκλοφορία του χάρτη που δημοσιεύω,
και ο οποίος παρουσιάζει τις «νέες
βαλκανικές χώρες» του ΝΑΤΟ. Ο χάρτης,
όπως θα παρατηρήσει ο αναγνώστης,
παρουσιάζει ολόκληρη τη Θράκη ως
τουρκική, το ίδιο και τα νησιά του
ανατολικού Αιγαίου!… Τη Μακεδονία τη
θέλει ανεξάρτηση σαν κάποιο είδος
ομοσπονδίας με τη σλαβόφωνη FYROM και
ολόκληρο το τμήμα της δυτικής Ελλάδας να
διεκδικείται από την Αλβανία. Η Ελλάδα
περιορίζεται απλώς στην «παλαιά Ελλάδα»
με ένα μικρό αριθμό νησιών. Στο χάρτη η
ελληνική πολιτεία αναγράφεται ως «Γιουνανιστάν»,
όπως είναι η ονομασία της χώρας στην
τουρκική γλώσσα. Κύπρος
Στον τομέα αποδοχής κάποιας μορφής
συμβιβαστικής λύσης η Άγκυρα δεν φάνηκε
διατεθειμένη να κάνει την παραμικρή
υποχώρηση, προσπαθώντας να εκβιάσει τη
διεθνή κοινότητα να αποδεχθεί και
νομιμοποιήσει τα της εισβολής και
κατοχής της νήσου. Η πολιτική αυτή,
ωστόσο, δημιουργεί αντιδράσεις και ένα
αρνητικό περιβάλλον για την αποδοχή της
στην Ευρώπη.
Είναι βέβαιο ότι ο Έλληνας υπ. Εξ.,
Γιώργος Παπανδρέου, προσπαθεί να
υποβοηθήσει τη θέση της Άγκυρας. Η
σθεναρή αντίσταση, όμως, των μελών της
κοινοβουλευτικής ομάδας του ΠΑΣΟΚ τον
υποχρεώνει να είναι προσεκτικός και
συντηρητικός στις κινήσεις του.
Όταν προ μηνός ξέσπασε η τελευταία
κρίση στην Παλαιστίνη, με αποτέλεσμα την
εισβολή των Ισραηλινών στα εδάφη των
Παλαιστινίων, η Άγκυρα πίστεψε ότι η
επικράτηση του συμμάχου της ενάντια
στους μουσουλμανικούς πληθυσμούς της
Παλαιστίνης θα της πρόσφερε τη μοναδική
ευκαιρία της αδιαλλαξίας
διαπραγμάτευσης των «κυριαρχικών» της
δικαιωμάτων στο νησί, όπου διατηρεί πάνω
από 40.000 άνδρες των ενόπλων δυνάμεών της. Η
πολιτική αυτή έχει εκδηλωθεί με την
άρνηση του οργάνου της στο νησί, τον
Τουρκοκύπριο ηγέτη, Ραούφ Ντενκτάς, να
αποδεχθεί οποιαδήποτε πρόταση, η οποία
δεν «αναγνωρίσει τις πραγματικότητες
στο νησί». Με τον τρόπο αυτόν, πιστεύει η
Άγκυρα, θα μπορέσει να εξαναγκάσει τη
Λευκωσία, Αθήνα και Βρυξέλλες να προβούν
σε υποχωρήσεις προς όφελός της.
Και ενώ ο Ισμαϊλ Τζεμ, από πλευράς
Τουρκίας, εμφανίζεται ο κύριος δημόσιος
εκφραστής αυτής της πολιτικής, από την
πλευρά της Αθήνας ο Γιώργος Παπανδρέου
παριστάνει ότι δεν αντιλαμβάνεται τί
ακριβώς συμβαίνει δίπλα του. Προσπαθεί ν’
αφήσει να δημιουργηθούν εσφαλμένες
εντυπώσεις στον ελληνικό λαό για το ότι
τα πάντα προχωρούν καλά και ότι η
κατάσταση ελέγχεται απόλυτα. Άνεμοι
αλλαγής George W. Bush – He let loose all the winds of social unrest in the Middle East, George W. Bush – Άνοιξε τον ασκό του Αιόλου, των ανέμων των κοινωνικών αλλαγών, στη Μέση Ανατολή,
Ενώ, όμως, τα πάντα δείχνουν ότι οι
στρατοκράτες της ‘Αγκυρας είναι
εκείνοι που διαμορφώνουν τους όρους του
«παιχνιδιού», τα τελευταία γεγονότα και
οι εξελίξεις στην Παλαιστίνη και το
Αφγανιστάν, με την επιμονή του προέδρου
Μπους να «ξεκαθαρίσει» μια και καλή τους
λογαριασμούς του με το Σαντάμ Χουσεϊν,
του Ιράκ, διαμορφώνουν τώρα ένα νέο
σκηνικό. Τα βασικά χαρακτηριστικά
στοιχεία αυτής της κατάστασης θα
μπορούσαν να εντοπισθούν στην
καθημερινή απαίτηση της ευρωπαϊκής και
παγκόσμιας κοινής γνώμης και η
κατακραυγή των μουσουλμάνων
Παλσιστινίων και Αράβων ενάντια στο
Ισραήλ.
Η αδυναμία και απροθυμία της
αμερικανικής διοίκησης να υποχρεώσει το
Ισραήλ να συμμορφωθεί με τα ψηφίσματα
και τις απαιτήσεις του Συμβουλίου
Ασφαλείας (Σ.Α.) και η απροθυμία και των
δύο (Ισραήλ και ΗΠΑ) να επιδείξουν κάποια
διάθεση συμβιβασμού, θέτοντας ένα τέλος
στη στρατιωτική προέλαση των ενόπλων
δυνάμεων του Ισραήλ.
Στο σημείο αυτό ακριβώς θα πρέπει να
εντοπισθεί και η απροθυμία της Τουρκίας
να συμμορφωθεί με τις προτροπές και
παραινέσεις των φίλων και συμμάχων της.
Το κακό γι’ αυτήν είναι ότι άφησε να
φύγει ανεκμετάλλευτος πολύτιμος χρόνος,
τον οποίο θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει
για να προσαρμοστεί με τις απαιτήσεις
των υποχρεώσεών της προς την Ευρώπη
Αυτός θα ήταν και ο μοναδικός τρόπος, με
τον οποίο θα κατόρθωνε να αντιμετωπίσει
με επιτυχία τις υποχρεώσεις και τους
κινδύνους των κοινωνικών αναταραχών,
που πρόκειται να ξεσπάσουν στην περιοχή
και ολόκληρο το μουσουλμανικό κόσμο
αργότερα φέτος ή και την άνοιξη της
χρονιάς που ακολουθεί.
Είναι βέβαιο, ότι με την
αυτοσυγκράτηση, που έδειξε η Άγκυρα, και
την απροθυμία της να καταδικάσει έντονα
την εισβολή και τη βία των Ισραηλινών
στιος πόλεις των Παλαιστινίων, γι’ άλλη
μια φορά πέτυχε να στρέψει την προσοχή
των φανατικών μουσουλμάνων πάνω της.
Παράλληλα, όμως, βοήθησε τα
απελευθερωτικά κινήματα των λαών της
Τουρκίας, τα οποία ξαφνικά φαίνεται να
κερδίζουν τη συμπάθεια των
καταπιεζόμενων Παλαιστινίων.
Το ερώτημα παραμένει, ωστόσο, για το
εάν και κατά πόσον η Άγκυρα θα θελήσει να
αντιληφθεί από πού προέρχεται ο
πραγματικός κίνδυνος και θα θελήσει,
έστω και την τελευταία ώρα, να
εκμεταλλευθεί ο,τιδήποτε της απομένει.
Την ώρα αυτή, πάντως, υπάρχουν
πληροφορίες για την πιθανή διάσπαση
αυτής της χώρας των Οθωμανών του
Τουρκεστάν σε έναν αριθμό μικρότερων
κρατών στην περιοχή. Το πιο αξιόλογο από
αυτά αναφέρεται το Κουρδιστάν και
υπολογίζεται ότι μέχρι το 2025 θα έχει
δική του υπόσταση και κρατική οντότητα. Οι
Ασσύριοι αναφέρονται σαν μια άλλη
εθνική ομάδα, η οποία αναμένεται να
γνωρίσει την εθνική της ανεξαρτησία
γύρω στα ίδια χρονικά περιθώρια. Οι
Αρμένιοι και οι Πόντιοι υπολογίζεται να
αποκτήσουν τη δική τους γη. Όσο
για τη Θράκη, έχουν διορατικότητα οι
στρατοκράτες της Άγκυρας. Το «διαμάντι
του Βοσπόρου» με τη δυτική Θράκη
αναμένεται να αποτελέσουν μία κρατική
οντότητα, η οποία θα ελέγχει τα Στενά.
Αυτό γίνεται προκειμένου να ξεπεραστούν
οι επικίνδυνοι ανταγωνισμοί μεταξύ
Ελλήνων και Βουλγάρων για το ποιος θα
ήταν ο δικαιούχος της περιοχής. Ήδη
άρχισε η δημιουργία υποδομής για τη
βιομηχανική αξιοποίηση της περιοχής από
αμερικανικά και ευρωπαϊκά κεφάλαια.
Και πέραν οποιουδήποτε άλλου σκοπού
ας μην ξεχνούμε ότι η περίοδος των δέκα ή
είκοσι χρόνων στη ζωή ενός λαού ή και
ενός κράτους απλώς αποτελούν ένα μικρό
κλάσμα της ύπαρξής του. Και υπό την
προϋπόθεση βέβαια ότι οι πληροφορίες
μου είναι θετικές, το δε «σενάριο»
ξεπέρασε τα όρια της φαντασίας, θα
πρέπει πραγματικά να αναγνωρίσουμε τη
μεγάλη συμβολή της πολιτικής του
Γιώργου Παπανδρέου, του μελλοντικού
πρωιθυπουργού της Ελλάδας, ο οποίος
κατόρθωσε να αποπροσανατολίσει την
Τουρκία. Την έπεισε να μη θελήσει να
χρησιμοποιήσει τη στρατιωτική της
μηχανή, η οποία προφανώς θα «άνοιγε το
φρενοκομείο του πολέμου» στην περιοχή.
Χάρη δε στο πείσμα και την απροθυμία του
Ραούφ Ντενκτάς να μη συνεργασθεί για
εξεύρεση λύσης στο Κυπριακό, χάθηκε
πολύτιμος χρόνος. Έφυγε το τρένο της
Ευρώπης και ο μεγάλος «τρομοκράτης» της
περιοχής βρίσκεται αντιμέτωπος με τα
λάθη του.
|