ΤΕΧΝΗ

 

 

«Ανθολογία της Ξενιτιάς»

 

Του Βασίλη Φάτση

 

            Με τον πρωτότυπο αυτόν τίτλο τυπώθηκε στη Γερμανία και κυκλοφόρησε στις πέντε ηπείρους μια πραγματικά συμπαθητική έκδοση ομάδας ομογενών της διασποράς. Στις 315 σελίδες της ανθολογίας βρίσκει ο αναγνώστης μια πραγματική ποικιλία έκφρασης ιδεών και στοχασμών, η οποία συμπεριλαμβάνει τον έμμετρο και πεζό λόγο.

            Η καλλιτεχνική επιμέλεια του εξωφύλλου με την προσεγμένη δουλειά του περιεχομένου του βιβλίου δίνουν μια πλέρια εικόνα αγάπης όσων συνεργάσθηκαν για την «ωρίμανση» της ιδέας αυτού του πνευματικού καρπού, το οποίο φιλοδοξεί να αποτελέσει ένα συνδετικό κρίκο και μια γέφυρα επικοινωνίας ανθρώπων του πνεύματος, τους οποίους διακρίνει ο προβληματισμός και η αγάπη για το συνάνθρωπό τους στην ξενιτιά.

            Το βιβλίο προλογίζει ένας μεγάλος αριθμός φίλων και συνεργατών των συγγραφέων, ένα στοιχείο το οποίο, πέραν της πιλοτικής του εφαρμογής, κουράζει και προδιαθέτει αρνητικά τον αναγνώστη.

            Τα κείμενα των εργασιών εννέα ομογενών, γνωστών εραστών του γραπτού στοχασμού, θα μπορούσαν άνετα να χαρακτηρισθούν σαν μικρά διαμάντια της διανόησης.

            Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας θα πρέπει να τονισθεί η παρουσία του Διονύση Κονταρίνη, γνωστού εργάτη της γραφίδας από τη γειτονική Νέα Υόρκη, και του Βάιου Φασούλα, ενός πραγματικά αξιόλογου στοχαστή, έργα του οποίου συναντά κανείς στις σελίδες ενός μεγάλου αριθμού εντύπων στις πέντε ηπείρους.

            Ο Βάιος Φασούλας – ο οποίος είναι και ο επιμελητής της έκδοσης στον παρόντα τόμο, ο οποίος αποτελεί ένα πρώτο στην όλη προσπάθεια – παρουσιάζει μια νέα, πραγματικά αξιόλογη πλευρά της διανόησης της διασποράς.

            Παρόμοιες είναι και οι διαπιστώσεις των έργων των Παναγιώτη Γαβριήλ, του λογοτέχνη στιχουργού Κώστα Κατσούλη, του Στράτου Δουκάκη, του δηκτικού Σπύρου Γκάρου, του Γιώργου Πλακιά, της Ευτυχίας Ζορμπά-Πλακιά και της Αγγελικής Μαραγκουδάκη-Βόλνερ. Όλοι μαζί συνεργάσθηκαν και δημιούργησαν έναν αξιόλογο, πολύχρωμο, πνευματικό πίνακα, ο οποίος αντικατοπτρίζει προβληματισμούς, φόβους, ελπίδες, αγάπη και κυρίως το ρομαντισμό και τη νοσταλγία για το «νόστιμον ήμαρ».

            Και από την άποψη αυτή κάθε σελίδα και κάθε παράγραφος των κειμένων της ανθολογίας μιλά έντονα και πιεστικά για τον πόθο και το παράπονο του συγγραφέα για την πνευματική και πολιτιστική του απομόνωση μέσα σε αφιλόξενες ερήμους πνευματικού προβληματισμού και περίεργων πολιτιστικών και πνευματικών λιμανιών, αφιλόξενων και σε πολλές περιπτώσεις εχθρικών, στην προσπάθεια προσέγγισης του συγγραφέα.

            Η πραγματικότητα αυτή, εξάλλου, επιβεβαιώνεται από το εισηγητικό σημείωμα του Διονύση Κονταρίνη, ο οποίος, με το γνωστό γλαφυρό τρόπο έκφρασης της σκέψης του, αναφέρεται στις σχέσεις Εθνικού Κέντρου και αποδήμων εργατών του πνεύματος. «Στον αγώνα μας αυτόν η πατρίδα μας, δυστυχώς, μας αγνόησε επιδεικτικά», γράφει. «Ουδέποτε είδαμε τη βοήθειά της ή τη συμπαράστασή της. Δεν ακούσαμε ούτε μια φορά το λόγο της τον καλό…».

            Για όσους προβληματίζονται, για εκείνους που ενδιαφέρονται για την «άλλη» Ελλάδα, την Ελλάδα των πέντε ηπείρων, η «Ανθολογία της Ξενιτιάς» θα αποτελέσει το διαπιστευτήριο της πνευματικής ρώμης και δύναμης του λογισμού εκείνων που διακονούν το πνεύμα του Ελληνισμού πέραν των συνόρων της μικρής, πολύ μικρής ελεύθερης Ελλάδας.