The strong voice of a great community
Απρίλιος 2013

Πίσω στο ευρετήριο

      Κατηγορώ…

             Γράφει ο Γιώργος Ηλία Διαμαντόπουλος

 

Γράφω το σχόλιο αυτό σε μια προσπάθεια έκφρασης των αισθημάτων αγανάκτησης, ντροπής και της ηθικής προσβολής την οποία αισθάνομαι σαν  Έλληνας απόδημος, ως μετανάστης, ως ένας Έλληνας του εξωτερικού ή και εάν θέλετε ακόμα ως ένας”  Έλληνας πιατάς”,( όπως τόσο χαρακτηριστικά έχουμε ονομαστεί και χαρακτηριστεί από τους  “ευπατρίδες” “Πατρίκιούς” του εθνικού κέντρου), τόσο για τα γεγονότα και τις εξελίξεις, όπως αυτές διαμορφώνονται τις μέρες αυτές στο εθνικό κέντρο. Γεγονότα και πολιτικές εξελίξεις οι οποίες ωστόσο δεν φαίνεται να αντιμετωπίζονται με την πρέπουσα προσοχή και σοβαρότητα από τους υπεύθυνους και τους εκπροσώπους του πολιτικού κατεστημένου της χώρας, αφήνοντας έτσι να αιτιολογηθούν απόλυτα οι λόγοι και αιτίες για το πώς η Ελλάδα έφθασε σε αυτό το τραγικό σημείο της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής εξαθλίωσης και απόλυτης καταρράκωσης των θεσμών της και της ιδίας ως διοίκησης από την διεθνή κοινότητα. Το σημείο πάντως που θα ήθελα να εστιάσω τις παρατηρήσεις μου αυτές, -χρησιμοποιώντας ίσως σκληρή γλώσσα και χαρακτηρισμούς,- είναι το ότι εμείς οι απόδημοι, εμείς που χαρακτηριζόμαστε με τόσες απαράδεκτες ονομασίες και χαρακτηρισμούς, οι, κατά τρόπον τινά,  νεότεροι πληβείοι μιας απαράδεκτης νομενκλατούρας του εθνικού κέντρου, η οποία οδήγησε την Ελλάδα στο έσχατο σημείο της πτώσης, στο ναδίρ της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής εξαθλίωσης. Το σημείο μάλιστα που θα ήθελα να τονίσω χρησιμοποιώντας εκφράσεις και χαρακτηρισμούς βαριούς, είναι ότι εμείς οι Έλληνες του εξωτερικού, οι πληβείοι,  που έχουμε τη τιμή των τόσο “τιμητικών χαρακτηρισμών”, στην πραγματικότητα δίκαια αισθανόμαστε ότι είμαστε ελεύθεροι και υπερήφανοι πολίτες, άπαξ και έχουμε γεννηθεί και μέχρις ενός σημείου μορφωθεί στην γενέτειρα Ελλάδα, και στην συνέχεια γνωρίσαμε, ζήσαμε  και ασπασθήκαμε μέρος των ηθών και εθίμων των λαών και κοινωνιών που μας υποδέχτηκαν και μας αγκάλιασαν, δίνοντας μας την ευκαιρία της προκοπής και ανάπτυξης. Μια πραγματικότητα η οποία περιέργως ξεπηδά μέσα από τους στοίχους του πολιτιστικού ευαγγέλιου των Ελλήνων, την Οδύσσεια, η οποία αναφερόμενη στον μεγάλο απόδημο πρόγονό μας της αρχαιότητας αναφέρει ότι περισσά πλανήθηκε και “γνώρισε πολλούς λαούς και τους πολιτισμούς τους” , για γυρισμό παλαίυοντας τον  δικό και των συντρόφων του.  Το βέβαιο πάντως είναι ότι αυτό το μεγαλείο του ελεύθερου και υπερήφανου πολίτη, τις μέρες αυτές έχει εκγλύψει από την κοινότητα των υποτιθέμενων επιφανών Ελλήνων της μέρες αυτές. Επιμένω δε σε αυτήν μου την δήλωση λόγω του ότι οι εξαιρέσεις  είναι ελάχιστες του γενικού κανόνα, τόσο λίγες που είναι αδύνατον να μπορέσουν να αντισταθμίσουν τη ζημία και το γκρέμισμα που επιτελείται στον οικονομικό, κοινωνικό και πολιτιστικό ιστό της χώρας. Ένα γεγονός το οποίο αποκαλύπτουν και πιστοποιούν σχεδόν καθημερινά γεγονότα και καταστάσεις του εθνικού κέντρου. Θα ήθελα, λοιπόν, να μου επιτραπεί σήμερα να αναφερθώ πάνω στα αίτια αυτών των διαμορφώσεων:

Πρώτον, είναι εκείνο της δημόσιας διαφθοράς και της προστασίας, τόσο των αποδεδειγμένα διεφθαρμένων, όσο και της προστασίας των επίορκων και καταδικασμένων του κοινού ποινικού κώδικα, μερικοί των οποίων βρίσκονται έγκλειστοι σε φυλακές, είτε επειδή επιτέλεσαν εγκληματικές πράξεις ,  είτε για χρηματικές υπεξαιρέσεις από το δημόσιο ταμείο και όχι μόνον. Ακόμα πανεπιστημιακοί δάσκαλοι και πρυτάνεις οι οποίοι απολύθηκαν για παράνομες ενέργειες που ζημίωσαν το δημόσιο και το ίδρυμα που, υποτίθεται, ότι υπηρετούσαν, και παρ’ όλα αυτά εξακολουθούν να παίρνουν τις χρηματικές τους αποδοχές με το αιτιολογικό ότι η απόφαση της απόλυσής τους δεν εξετάστηκε ακόμα από την αρμόδια επιτροπή  ελέγχου της δημόσιας υπηρεσίας, η οποία, ωστόσο, είτε δεν υφίσταται είτε κωλυσιεργεί να ασχοληθεί με μια τόσο σοβαρή υπόθεση, σε βάρος του δημοσίου.

Δεύτερον: είναι εκείνο της ολοκληρωτικής απαξίωσης της δημόσιας διοίκησης και της πολιτικής εκπροσώπησης της Ελλάδος, λόγω ανικανότητας, αναξιοπιστίας, αφερεγγυότητας και διαφθοράς τόσο των επωνύμων εκπροσώπων του πολιτικού συστήματος  εκ μέρους των Ευρωπαίων εταίρων της χώρας και του Διεθνούς Νομισματικού ταμείου. Σαν ένα παράδειγμα αυτής της πραγματικότητας ας μου επιτραπεί να αναφερθώ στην ολονύκτια συνεδρίαση στο υπουργείο οικονομικών παρουσία του υπουργού Στουρνάρα και των εκπροσώπων της Τρόικας των δανειστών, στις 12 του Μάρτη του 2013, που είχε σαν στόχο την επίλυση και προώθηση των κωλυσιεργούντων νομοσχεδίων και την υλοποίηση των αναλειφθέντων οικονομικών και δημοσιονομικών μέτρων. Τελικά η κουστωδία έφθασε τα εκατό άτομα, εκ των οποίων οι πενήντα ήταν Έλληνες και οι υπόλοιποι πενήντα ξένοι που με την ιδιότητα του οικονομικού ελεγκτή, ειδικού συμβούλου, επιτρόπου ή και αντιπροσώπου των Ευρωπαίων εταίρων και του ΔΝΤ έχουν στην πραγματικότητα καταστεί οι ουσιαστικοί εκφραστές της πολιτικής της δημόσιας διοίκησης της χώρας καθώς επίσης και οι νηπιαγωγοί της πολιτικής παιδείας των υπουργών της κυβέρνησης των Αθηνών. Πιθανώς οι χαρακτηρισμοί αυτοί να θεωρούνται υπερβολικοί από μερικούς, πλην όμως εκφράζουν την πολιτική πραγματικότητα, σε ότι αφορά την νουθεσία σύμπαντος του σημερινού  πολιτικού κατεστημένου της Ελλάδος, ένα κατεστημένο με μοναδικές πολιτικές παραδόσεις που δημιούργησε και διαμόρφωσε κατά την διάρκεια του ιστορικού του παρελθόντος και το οποίο στη διαχρονική του πορεία υπήρξε ένας πραγματικός φάρος της πολιτικής παιδείας, αγωγής και αρετής, και του φιλοσοφικού στοχασμού. Ιδρυτής του κάλους των τεχνών, της πολιτικής τέχνης  το οποίο διαμόρφωσε δια μέσου των αιώνων την έννοια της ιστορικής αλήθειας και την ανάγκη της γνώσης της ιστορίας, αρετές πάνω στις οποίες στήριξε τα θεμέλια των δικών του αρχών ολόκληρος ο δυτικός κόσμος. Είναι δε λυπηρό το γεγονός ότι οι εκπρόσωποι αυτού του κόσμου σήμερα ασκούν τον έλεγχο, την εποπτεία και την επιτροπεία πάνω στη χώρα και τον λαό ο οποίος τους δίδαξε και τους βοήθησε να δημιουργήσουν την δική τους πολιτιστική ανάπτυξη και να διαμορφώσουν τα δικά τους πολιτικά συστήματα διοίκησης πάνω στα πρότυπα του ιδικού του. Τι όνειδος και ποια ντροπή  πραγματικά για όλους εμάς, τους σύγχρονους απογόνους των Ελλήνων και τι αίσχος και κόλαφος για εκείνους που τους είχαμε εμπιστευτεί τις τύχες μας ως λαού και μας οδήγησαν στην σημερινή κατάντια.

Τρίτον. Θα  αναφερθώ στην αποκάλυψη πανεπιστημιακού καθηγητή ο οποίος στην προσπάθεια του να γνωρίσει τις ιστορικές γνώσεις των Ελλήνων σπουδαστών του ζήτησε να του πουν τον συμβολισμό του Μαραθώνιου. Σύμφωνα με τον ακαδημαϊκό, από τους πενήντα σπουδαστές που ρωτήθηκαν ένα ποσοστό ίσο με το 97 τις εκατό του συνόλου απέτυχε να απαντήσει. Μόνο μια φοιτήτρια Αλβανικής καταγωγής γνώριζε επακριβώς το ιστορικό γεγονός και την μεταφορά της είδησης της νίκης των Αθηναίων εναντίον των Περσών, από τον οπλίτη δρομέα. Είναι ένα ενδεικτικό και λυπηρό κατάντημα της σύγχρονης Ελληνικής παιδείας. Ρίχνοντας δε λάδι στη φωτιά κάποιος κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος και προκειμένου να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα εύσπευσε να τονίσει ότι όλα τα πανεπιστημιακά ιδρύματα της χώρας, δεν είναι ίδια. Ομολογώ ότι αισθάνομαι τον πειρασμό να απαντήσω στον επίσης αγράμματο κοινοβουλευτικό εκπρόσωπο  υπενθυμίζοντάς του ότι η παιδεία υπό την ευρύτερη έννοια της εγκυκλοπαιδικής μόρφωσης και αγωγής αρχίζει από την νηπιακή ηλικία, το νηπιαγωγείο και συνεχίζει με την δημοτική εκπαίδευση, την γυμνασιακή ή  την σημερινή του λυκείου, όπως τουλάχιστον εμείς οι απόδημοι την γνωρίσαμε, ένα εκπαιδευτικό σύστημα με το οποίο ο μαθητής γαλουχείτο μέσω της παιδείας στην αγωγή του πολίτου και την αρετή. Εκ των πραγμάτων λοιπόν αποδεικνύεται ότι το σύγχρονο πανεπιστήμιο κάθε άλλο παρά διδάσκει αυτές τις ιδέες, απεναντίας μάλιστα μάλλον προσφέρει  ιδικές γνώσεις για την επαγγελματική κατάρτιση και την οικονομική επιβίωση του φοιτητού. Διάλεξα το παράδειγμα αυτό επειδή το θεωρώ κλασσικό και αντιπροσωπευτικό της έκτασης και του βάθους της σήψης η οποία έχει υπεισέλθει και έχει μολύνει το σύστημα με όλες τις επιπτώσεις πάνω στις ανθρωπιστικές ιδέες και αξίες τόσο στην κοινωνία, όσο και το πολιτικό κατεστημένο το οποίο από το 2009 οδηγεί τη χώρα κατ’ ευθείαν στην καταστροφή. Με την ευκαιρία δε αυτή θεωρώ υποχρέωσή μου να απευθύνω μια έκκληση, επειδή ακριβώς πιστεύω ότι και σήμερα συνεχίζουν να υπάρχουν θιασώτες του ελληνικού πνεύματος και του πολιτισμού, τόσο μεταξύ των πολιτικών, όσο και των ακαδημαϊκών, ικανοί να αναλάβουν ενεργό ρόλο στο δύσκολο, μα κατορθωτό, έργο ανέλκυσης του ναυαγίου, το οποίο δημιούργησαν οι σημερινοί επώνυμοι και ανώνυμοι διαχειριστές των τυχών του κράτους, και μάλιστα όσο είναι ακόμα νωρίς και συνεχίζουν να υφίστανται ελπίδες σωτηρίας δεδομένου ότι αυτές χάνονται σύντομα. Πέραν αυτού όμως για μένα, τον απόδημο όπως και την πλειοψηφία των υπολοίπων στην αποδημία, το μόνο όπλο που μας απομένει για να αγωνισθούμε ενάντια σε αυτό το καρκίνωμα το οποίο έχει αγκαλιάσει ολόκληρο το πολιτικό κατεστημένο της Αθήνας, είναι η προσωπική μας απαξίωση και τέλος η παράκληση σε όλους τους να παύσουν την πλήρη υποκρισίας έκφραση θαυμασμού για τα δήθεν επιτεύγματά μας, δεδομένου ότι αυτά τα πετύχαμε με σκληρή δουλειά, με πόνο και κόπους και κυρίως ειλικρίνεια και σεβασμό τόσο στις θετές μας πατρίδες, όσο και τους νόμους τους. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι την γενέτειρά μας την αγαπάμε, την σεβόμαστε, επιθυμούμε να την βοηθήσουμε, για να γίνει8 όμως κάτι τέτοιο υπάρχει ανάγκη για μια ριζική αλλαγή στην νοοτροπία εκείνων. Να επιδείξουν και εκείνοι την ίδια αγάπη, τον ίδιο σεβασμό και διάθεση βοήθειας σε αυτές τις τόσο κρίσιμες στιγμές για τη χώρα και το ταλαιπωρημένο λαό, αντί να δημαγωγούν, καταστρέφοντας καθημερινά με την ιδιοτέλεια τους την κομματική και προσωπική, ολόκληρο το έθνος . Τα κροκοδείλια δήθεν πατριωτικά δάκρυά τους, έπαυσαν πλέον να μας συγκινούν, αντίθετα μας εκνευρίζουν. Οι δε ψεύτικες ομιλίες και υποσχέσεις τους περί αυτοθυσίας για την σωτηρία της πατρίδας δεν έχουν κανένα αποτέλεσμα δεδομένου ότι οι απόδημοι τους έχουν αντιληφθεί και απλούστατα απαξιούν να τους πιστέψουν, απλά αισθάνονται αγανακτισμένοι από την αναξιοπιστία και την βαρβαρότητα με την οποία μεταχειρίζονται τους Έλληνες πολίτες, κυρίως του εθνικού κέντρου. Είμαι δε βέβαιος ότι η παρουσία τους στην ιστορία της Ελλάδας θα παραμείνει μια μαύρη κηλίδα  ντροπής και αισχύνης τόσο για τους ίδιους όσο και τους υπολοίπους εμάς που τους δώσαμε την ευκαιρία και τους ανεχθήκαμε.